Γιώργος Παπανικολάου: η ανοικτότητα μας προστατεύει από την κακής ποιότητας επιστήμη

06.04.2020 - Marianella Kloka

Γιώργος Παπανικολάου: η ανοικτότητα μας προστατεύει από την κακής ποιότητας επιστήμη
Ο Eπίκουρος Kαθηγητής Γιώργος Παπανικολάου, φωτογραφία από κοινωνικά μέσα.

Ο κύριος Γιώργος Παπανικολάου είναι Επίκουρος Καθηγητής Παθοφυσιολογίας στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο και μέλος του p2p foundation. Με αφορμή τη συμμετοχή του στο πάνελ της εκδήλωσης με θέμα “Γιατί η ανοιχτή επιστήμη είναι το μέλλον;” που διοργάνωσε πριν μερικές εβδομάδες το Impact Hub και δεδομένης της γνώσης του σε θέματα έρευνας και ανάπτυξης του φαρμάκου, έδωσε την παρακάτω συνέντευξη στη Μαριανέλλα Κλώκα, για την ελληνική συντακτική ομάδα της Pressenza.

 

Κύριε Παπανικολάου, πιστεύετε ότι η πανδημία της covid-19 ζητά από την Ευρώπη – αλλά και την ανθρωπότητα συνολικά – απαντήσεις σε διαφορετική κατεύθυνση από αυτό που σήμερα ονομάζουμε “business as usual”, απαντήσεις πιο κοντά στο μοντέλο της ανοιχτής επιστήμης;

Η επιδημία φέρνει στο επίκεντρο της προσοχής της κοινής γνώμης την επιστημονική έρευνα και τον τρόπο που αυτή μεταφράζεται σε εφαρμοσμένα αποτελέσματα όπως φάρμακα, εμβόλια, συσκευές αλλά και τεχνογνωσία και απαντήσεις σε θεωρητικά ζητήματα με πρακτική σημασία. Η έρευνα για τον ιό έχει προχωρήσει με ταχύτητες που δεν είχαν παρατηρηθεί ποτέ ξανά στο παρελθόν. Σε μεγάλο μέρος αυτό οφείλεται στο ότι υπήρξε γρήγορη και απρόσκοπτη πρόσβαση στις επιστημονικές μελέτες γύρω από τον ιό αλλά και μοίρασμα τεχνογνωσίας και δεδομένων, όπως για παράδειγμα της διαδικασίας διάγνωσης με PCR ή της αλληλουχίας του γενετικού υλικού του ιού. Εδώ όμως αξίζει να γίνει μια παρατήρηση: η συντριπτική προέλευση των ανοικτών συνεισφορών, που επιτάχυναν την  πρόοδο μέσω της συνεργασίας προέρχεται από τον δημόσιο τομέα ή μη κρατικά μη κερδοσκοπικά ιδρύματα με δημοσίου χαρακτήρα αποστολή. Θα δυσκολευτεί πολύ κανείς να δει την συνεισφορά του ιδιωτικού – κερδοσκοπικού τομέα στην ανοικτή επιστήμη και την ανάπτυξη ανοικτών τεχνολογιών, που τόσο πολύ απαραίτητες είναι για την καταπολέμηση της επιδημίας.

 

Τι σημαίνει αυτό για την έρευνα;

Αυτό, ειδικά για την βιοιατρική έρευνα έχει σοβαρές ηθικές προεκτάσεις. Εξηγούμαι: αν δεν προσφέρεις τα δεδομένα των κλινικών μελετών που υλοποιείς ανοικτά, τότε περισσότεροι άνθρωποι μπαίνουν σε κίνδυνο να εκτεθούν σε σφάλματα σε άλλες μελέτες, σε σφάλματα που θα μπορούσαν να είχαν προληφθεί, αν τα αποτελέσματά σου ήταν γνωστά. Επίσης ο διαμοιρασμός των δεδομένων βοηθά στο να μην γίνονται ανούσιες επαναλήψεις κλινικών δοκιμών και αυξάνει τη διαφάνεια σε εποχές που είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαία. Θα πρέπει να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί γιατί αυτή την στιγμή, επιστήμονες και εταιρείες λειτουργούν υπό ασφυκτική πίεση χρόνου. Η πίεση αυτή έχει και σοβαρές παρενέργειες: την κακής ποιότητας επιστήμη. Η ανοικτότητα μας βοηθάει να προστατευτούμε από την κακής ποιότητας επιστήμη. Με την ευκαιρία θα ήθελα να εξάρω την πρωτοβουλία της UNESCO που προσπάθησε να κινητοποιήσει και να συντονίσει σε παγκόσμιο επίπεδο Υπουργούς και αξιωματούχους, με σκοπό να ενταθούν οι προσπάθειες σε επίπεδο ανοικτής επιστήμης για τον Covid-19.

Η επιδημία όμως αναδεικνύει με πολλαπλό τρόπο και την χρεοκοπία των αρχών πάνω στις οποίες οργανώνεται η σημερινή οικονομία. Για παράδειγμα έγινε πολύ συζήτηση για τις αξιέπαινες προσπάθειες διαφόρων ομάδων να εκτυπώσουν εργαλεία με τρισδιάστατη εκτύπωση. Η συζήτηση όμως αναλώθηκε σε ένα τεχνολογικό φαντασιακό, χωρίς να σταθούμε στο πιο ουσιαστικό σημείο: πολλές απ’ τις ομάδες μοίρασαν τα σχέδια ανοικτά, με ανοικτές άδειες χρήσης ώστε να επωφεληθούν όλοι σε μια πράξη πραγματικής παγκόσμιας αλληλεγγύης. Άλλοι όμως όχι. Μια άλλη αξιοσημείωτη παρατήρηση είναι ότι ενώ πανεπιστημιακά εργαστήρια και κοινότητες “κατασκευαστών” προσπαθούν να κατασκευάσουν ανοικτής τεχνολογίας αξιόπιστους αναπνευστήρες προκειμένου να σωθούν ζωές στην κρίσιμη αυτή περίοδο, ιδιωτικές εταιρείες που κατέχουν τέτοιου είδους τεχνογνωσία δεν κινητοποιούνται να συνδράμουν αυτό τον στόχο. Επίσης εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι καμιά κυβέρνηση μέχρι στιγμής δεν έχει προκηρύξει και χρηματοδοτήσει ένα τέτοιο project, που θα επέτρεπε ακόμα και τη μαζική παραγωγή σε παγκόσμια κλίμακα και όχι στις λιγοστές βιομηχανικές εγκαταστάσεις που διαθέτουν την εξειδικευμένη τεχνογνωσία. Επομένως νομίζω ότι από πλευράς πολιτικών, αλλά και ΜΜΕ που αναπαράγουν αυτές τις ειδήσεις, υπάρχει ουσιαστική υποκρισία στο να αναδείξουν την ουσιαστική πτυχή αυτής της ιστορίας.

 

Λέτε δηλαδή ότι το αίτημα για συνεισφορά στην ανοικτή επιστήμη δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στον δημόσιο και μη κερδοσκοπικό  τομέα;

Ναι. Ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας δεν μπορεί να επωφελείται από τα ερευνητικά αποτελέσματα της ανοικτής επιστήμης, που κατά κανόνα χρηματοδοτούνται από τον φορολογούμενο, και στη συνέχεια να  κατοχυρώνει δικαιώματα ιδιοκτησίας (π.χ. ευρεσιτεχνίες) που βασίζονται σε αυτήν. Η πολιτική αυτή, ειδικά στον φαρμακευτικό τομέα, δεν κοστίζει μόνο σε χρήμα αλλά και σε ανθρώπινες ζωές. Η ανοικτή επιστήμη που δεν συνοδεύεται από μια πολιτική ανοικτών εφαρμοσμένων τεχνολογιών είναι μια κουτσή πολιτική και στην ουσία αποτελεί μια μορφή ιδιωτικοποίησης του δημοσίου πλούτου, με ωραιοποιημένες εκφράσεις.

Η ύπαρξη ανοικτών τεχνολογικών λύσεων, όπως άλλωστε και η ύπαρξη γενόσημων στα φάρμακα, επιτρέπει την παραγωγή από τον ιδιωτικό τομέα, χωρίς όμως την διεκδίκηση μονοπωλιακών προσόδων που τα καθιστούν ανήθικα δυσπρόσιτα.  Επομένως δεν πρόκειται για ένα δίλημμα επιλογής μεταξύ κρατικής και ιδιωτικής οικονομίας, αλλά συνολικά μιας οικονομίας όπου οι ιδιώτες και το κράτος θα πρέπει να παίζουν τον ρόλο που τους αρμόζει και οι αγορές θα είναι πραγματικά ελεύθερες και όχι μονοπωλιακές. Έτσι, μπορεί να ωφεληθεί το κοινωνικό σύνολο.

 

Τι πρέπει να κάνει η ΕΕ για να ενθαρρύνει τη συνεργατική έρευνα σε διαγνωστικά, θεραπείες και εμβόλιο για τον covid-19;

Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να κάνει πολλά, αλλά δεν θέλει. Η ανάπτυξη των τεχνολογιών καταπολέμησης του ιού θα μπορούσε να είναι ένα διακηρυγμένο διακυβερνητικό project της Ένωσης, και το σύνολο της χρηματοδότησης για την έρευνα να χορηγείται εξαρχής με την υποχρέωση διάθεσης των προϊόντων που θα προκύψουν σε τιμές που βασίζονται στο κόστος παραγωγής τους και θα μπορούν να παραχθούν απ’ όλους χωρίς περιορισμούς. Θα μπορούσε ακόμα να τα ανακηρύξει σαν δημόσια κοινά αγαθά, πολύ κοντά στην ιδέα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, που μίλησε για παγκόσμια δημόσια αγαθά. Θα μπορούσε να πάρει πρωτοβουλίες συντονισμού των προσπαθειών σε επιστημονικό και οικονομικό επίπεδο, θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει ανοικτές τεχνολογίες στον ιατρικό εξοπλισμό που είναι απαραίτητος ή να υποχρεώσει κατασκευαστές να ανοίξουν τα σχέδιά τους με αποζημίωση. Όλ’ αυτά προϋποθέτουν ότι μπορεί να λειτουργήσει σαν μια υπεύθυνη υπερεθνική δομή αλληλεγγύης. Κάτι τέτοιο όμως δεν φαίνεται μέχρι στιγμής.

Είναι ντροπή ότι εξακολουθεί να παραμένει ασάφεια σχετικά με το σε ποιον θα ανήκουν τα προϊόντα αυτά και με ποιους όρους θα γίνεται η διάθεσή τους. Πιστεύω ότι η καθυστέρηση αυτή δεν είναι τυχαία και οι πολίτες πρέπει να παρατηρήσουν και να κρίνουν με την αυστηρότητα που αρμόζει την μέχρι τώρα συμπεριφορά των πολιτικών ελίτ. Η επιδημία θα τελειώσει, αλλά η συμπεριφορά τους θα καταγραφεί. Μην ξεχνάμε το hashtag #θα_τα_πούμε_μετά.

 

Διαβάζουμε στον Τύπο ότι ο Έλληνας Πρωθυπουργός υποστηρίζει την πρόταση του καθηγητή κ. Ηλία Μόσιαλου για αγορά των δικαιωμάτων των ευρεσιτεχνιών προϊόντων που αφορούν την καταπολέμηση του ιού από την Ε.Ε.

Σε μια τέτοια περίπτωση στην τιμή της αποζημίωσης θα πρέπει να συνυπολογιστούν τυχόν επιδοτήσεις με τη μορφή ερευνητικών προγραμμάτων που έχουν ήδη λάβει οι εταιρείες αυτές από δημόσιο Ενωσιακό χρήμα. Η δήλωση του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη ότι συντάσσεται με αυτή την ιδέα, είναι μια εξαιρετικά θετική εξέλιξη και θα έχει την αμέριστη συμπαράσταση των πολιτών κατά την διεκδίκησή της.

 

Πώς θα διασφαλιστεί ότι τα παραγόμενα προϊόντα θα υπερνικήσουν τα εμπόδια πρόσβασης, όπως για παράδειγμα τις υπερβολικές τιμές και δεν θα καταλήξουμε όπως συνέβη με τη θεραπεία της ηπατίτιδας C, να υπάρχει μεν αλλά να μην είναι οικονομικά προσιτή στα “χτυπημένα” δημόσια συστήματα υγείας ανά την Ευρώπη;

Το μέγεθος της απειλής αλλά και το γεγονός ότι η επιδημία αφορά όλους τους ανθρώπους ανεξάρτητα από χρώμα, φυλή, εισόδημα και εθνικότητα γεννά σε όλους ένα εύλογο ερώτημα: θα μπορούμε όλοι να έχουμε ισότιμη πρόσβαση στην θεραπεία και την πρόληψη της αρρώστιας;

Υπάρχει καταρχήν μια πολιτική κίνηση υψίστης προτεραιότητας που θα έπρεπε να είχε γίνει ήδη: οι κυβερνήσεις, οι πολιτικές ηγεσίες, θα έλεγα ακόμα και η σύνοδος κορυφής της Ε.Ε. να εξαγγείλουν την πολιτική τους βούληση να παραμείνουν αυτές οι θεραπείες φτηνού κόστους και να αφορούν την χωρίς διακρίσεις καθολική κάλυψη των πληθυσμών. Το γεγονός ότι δεν το έχουν κάνει ήδη, γεννά σοβαρά ερωτηματικά για την ποιότητα αυτών των ηγεσιών και την δυνατότητά τους να επιλύουν κρίσεις όπως αυτή, και πολλές άλλες που σύντομα θα ανακύψουν ως απότοκες της πλανητικής υπερθέρμανσης.

Υπάρχει ένα απλό νομοθετικό εργαλείο που είναι ενσωματωμένο στο δίκαιο όλων των κρατών και ονομάζεται “υποχρεωτική αδειοδότηση”. Οι κυβερνήσεις έχουν την νόμιμη δυνατότητα να αδειοδοτήσουν άλλες επιχειρήσεις, πέραν του κατόχου της ευρεσιτεχνίας, προκειμένου να παραχθεί ένα προϊόν για τις ανάγκες της δημόσιας  υγείας. Φυσικά κάτι τέτοιο προβλέπει και κάποια αποζημίωση του κατόχου. Αυτός είναι ο εύκολος τρόπος και αποτελεί το καθεστώς εξαίρεσης στο σημερινό δίκαιο. Μπορεί λοιπόν να εφαρμοσθεί άμεσα.

Ωστόσο, θα ήθελα να επιμείνω στην θέση ότι η καταφυγή σε τέτοιου είδους εξαιρέσεις δεν θα πρέπει να αποτελεί τον μακροπρόθεσμο τρόπο αντιμετώπισης παρόμοιων ζητημάτων. Σημασία έχει να χτίσουμε μια οικονομία και ένα οικονομικό μοντέλο κατά το οποίο εξαρχής, τα αγαθά αυτά θα είναι προσιτά και δεν θα επιβαρύνονται από μονοπωλιακές προσόδους, όπως αυτές των ευρεσιτεχνιών. Από την άλλη, η παραγωγή τους θα είναι οικονομικά επωφελής και βιώσιμη για τους παραγωγούς, πάντα μέσα σε λογικά πλαίσια.

 

Η βιομηχανία του φαρμάκου εξ ορισμού δεν είναι φιλανθρωπικό ίδρυμα. Τα στελέχη του κλάδου λένε ότι επενδύονται από πλευράς τους μεγάλα κεφάλαια στην έρευνα και ότι κάθε κλινική μελέτη έχει υψηλό επενδυτικό ρίσκο. Βλέπουν επομένως τις εικοσαετείς πατέντες ως ανταμοιβή. Υπάρχει χώρος για την εμπειρία της βιομηχανίας στο μοντέλο ανοιχτής επιστήμης, τέτοιος που να ανταμείβει την ιδιωτική πρωτοβουλία;

Στον τομέα του φαρμάκου η πολιτική της αποσύνδεσης του κόστους της έρευνας και ανάπτυξης από την τελική του τιμή, γνωστή διεθνώς και ως delinkage, βρίσκει συνεχώς νέους υποστηρικτές ανάμεσα σε πολιτικούς και κυβερνήσεις και απασχολεί διεθνείς οργανισμούς. Βασίζεται στην ιδέα ότι η ερευνητική προσπάθεια ανταμείβεται με ερευνητικά προγράμματα, επιδοτήσεις, φοροαπαλλαγές, βραβεία και άλλα κίνητρα, ώστε να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα. Φορείς τόσο του δημοσίου όσο και του ιδιωτικού τομέα μπορούν να επωφεληθούν, εφόσον συνδράμουν στον κοινό στόχο. Στην συνέχεια το φάρμακο μπορεί να παράγεται, όπως παράγονται και τα γενόσημα. Μια τέτοια αλλαγή στο μοντέλο χρηματοδότησης της έρευνας, έναντι του σημερινού μοντέλου, όπου τα κόστη της έρευνας υποτίθεται ότι καλύπτονται από τις αυξημένες τιμές των φαρμάκων που προστατεύονται από ευρεσιτεχνίες, θα μπορούσε να οδηγήσει σε μειώσεις του κόστους έως και 80%.

Παρά την αδιαφάνεια που διακρίνει τα οικονομικά της φαρμακευτικής βιομηχανίας υπολογίζεται ότι μόλις 10% των εισπράξεων από τις πωλήσεις κατευθύνεται στην έρευνα. Σε πολλές περιπτώσεις η έρευνα δεν είναι καινοτόμος ή αποτελεί στην πραγματικότητα καλυμμένες με ερευνητικό μανδύα, ενέργειες μεθοδεμπορίας (marketing). Επομένως, παρότι η φαρμακευτική έρευνα έχει υψηλό επενδυτικό ρίσκο, το επιχείρημα αυτό καταρρίπτεται από τους αριθμούς.

Θα πρόσθετα επίσης, ότι το στάδιο της κλινικής ανάπτυξης – κλινικών μελετών, στο οποίο σήμερα δραστηριοποιείται κατά κύριο λόγο ο ιδιωτικός τομέας με υψηλό επενδυτικό ρίσκο, είναι αυτό που πρέπει να αναμορφώσουμε ριζικά. Απαιτούνται αυξημένες δημόσιες επενδύσεις στις κλινικές μελέτες και διεξαγωγή τους από φορείς, όχι απαραίτητα κρατικούς, αλλά με προσανατολισμό δημοσίου συμφέροντος. Με τον τρόπο αυτό, και το ρίσκο των ιδιωτών θα απομειωθεί, αλλά θα υπάρχει περισσότερη διαφάνεια, περισσότερη ανοικτή επιστήμη και περισσότερη στοχοπροσήλωση στο να ερευνηθούν και να αντιμετωπιστούν πραγματικά προβλήματα υγείας, που έχουν σημαντική επίπτωση για την υγεία των πληθυσμών αλλά είναι ελάχιστα προσοδοφόρα για οικονομική εκμετάλλευση.

 

Έχουμε καθόλου τέτοια ερευνητικά παραδείγματα σήμερα ή συζητάμε για κάτι ουτοπικό;

Είναι σημαντικό ότι τα τελευταία χρόνια, οι αστοχίες του οικονομικού μας μοντέλου  έχουν αναδείξει μια σειρά από πρωτοβουλίες και νέους οργανισμούς – θεσμούς που απέδειξαν ότι είναι σε θέση να φέρουν σε πέρας το έργο έρευνας και ανάπτυξης με αξιοζήλευτη αποτελεσματικότητα. Συνήθως αποτελούν οργανισμούς μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με πολυσυμμετοχική διακυβέρνηση. Οργανώνονται σε υπερεθνικό επίπεδο και προσανατολίζονται στην επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων στον τομέα της υγείας. Οργανώνουν την όσο το δυνατόν πιο “ανοικτή” ανάπτυξη φαρμάκων πληθοπορίζοντας ερευνητικές δραστηριότητες σε εργαστήρια του δημοσίου τομέα, πανεπιστήμια αλλά και ιδιωτικές εταιρείες που συμμετέχουν με ειδικές συμφωνίες στην προσπάθεια. Διενεργούν πολυεθνικές κλινικές μελέτες σε συνεργασία με κυβερνήσεις και εθνικά συστήματα υγείας, ενώ χρηματοδοτούνται από φιλανθρωπικούς ή δημόσιους πόρους. Τα ερευνητικά αποτελέσματα μπορεί να μην κατοχυρώνονται ή να κατοχυρώνονται σε ορισμένες περιπτώσεις με ευρεσιτεχνίες, αλλά αδειοδοτούνται με κοινωνικά υπεύθυνο τρόπο. Σκοπός παραμένει τα φάρμακα να φτάσουν σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού που τα έχει ανάγκη. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το DNDi (Drugs for Neglected Diseases initiative), αλλά υπάρχουν αρκετά τέτοιας φύσης εγχειρήματα, μερικά από τα οποία αποτελούν πρωτοβουλίες κυβερνήσεων, όπως το Open source malaria, που ξεκίνησε από την Ινδική κυβέρνηση.

Η ιδιωτική πρωτοβουλία έχει την δική της θέση στα πολυσυμμετοχικά ανοικτά οικοσυστήματα έρευνας και ανάπτυξης. Στον βαθμό που υπάρχει ξεκάθαρα ορισμένη τακτική δημόσια δαπάνη και διαφανής ιεράρχηση των προτεραιοτήτων των προβλημάτων υγείας που πρέπει να επιλυθούν μια σειρά από κίνητρα, μπορούν να κινητοποιήσουν τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα. Φοροαπαλλαγές, βραβεία, επιδοτήσεις σαν ανταμοιβές για την επίτευξη συγκεκριμένων συνεισφορών στην ανοικτή ανάπτυξη είναι μερικοί από τους τρόπους. Ακόμα η μεταφορά τεχνογνωσίας από την συμμετοχή σε τέτοιας φύσης εγχειρήματα δεν είναι αμελητέας σημασίας. Η ανάληψη συμβολαίων παραγωγής ή η παραγωγή για την αγορά χωρίς την ανάγκη πληρωμής δικαιωμάτων είναι ένα άλλο κίνητρο. Πολλές εταιρείες διαθέτουν αξιόλογο ερευνητικό και επιστημονικό προσωπικό, η εμπειρία του οποίου είναι πολύτιμη. Οι άνθρωποι αυτοί συχνά βρίσκουν πολύ μεγαλύτερο κίνητρο παραγωγικότητας σε εγχειρήματα τέτοιας φύσης. Γνωρίζω ότι αυτό είναι έξω από την κρατούσα κουλτούρα πολλών εταιρειών. Ωστόσο η κατάσταση αλλάζει ταχύτατα, ειδικά σε ότι αφορά σε μικρότερες και περισσότερο καινοτόμες επιχειρήσεις, που είναι πρόθυμες να εμπλακούν σε νέα μοντέλα συνεργασιών.

Σε ένα τέτοιο μοντέλο μπορούν να εξισορροπηθούν τα διαφορετικά συμφέροντα με κοινωνικά επωφελή τρόπο. Ορισμένες μεγάλες εταιρείες μπορεί να αντιτίθενται σε τέτοιες πρακτικές. Πρόκειται κυρίως για όσες βασίζουν την πρωτοκαθεδρία τους στο portfolio ευρεσιτεχνιών, τα μεγάλα τους μεγέθη και τα υπερκέρδη που αποσπούν και τους επιτρέπουν να ασκούν σε πολλές περιπτώσεις αθέμιτες πρακτικές ανταγωνισμού. Τέλος θα πρέπει να σκεφτούμε τις προοπτικές που θα μπορούσαν να ανοίξουν και για την ελληνική φαρμακοβιομηχανία.

 

Πολλοί ακτιβιστές και πολιτικοί επικρίνουν τη φαρμακοβιομηχανία για τις πολιτικές της στην τιμολόγηση αλλά και για τις πρακτικές της τόσο στην ανάπτυξη όσο και στο marketing των φαρμάκων Ποια είναι η γνώμη σας;

Νομίζω ότι η πολιτική που αναλώνει τις δυνάμεις στην προσπάθεια να “δαμάσουμε το τέρας” έχει στενό ορίζοντα. Πρέπει να επικεντρώσουμε στην προσπάθεια να οικοδομήσουμε νέους θεσμούς και σχήματα που δεν επικεντρώνονται στην παραγωγή εμπορευμάτων αλλά στην εξεύρεση λύσεων (μεταξύ των οποίων είναι και νέα φάρμακα) για τους πολίτες. Οι κερδοσκοπικού χαρακτήρα – και μάλιστα εισηγμένες στα χρηματιστήρια – εταιρείες δεν πρόκειται να υπακούσουν ποτέ στις ηθικές μας προσταγές. Λογοδοτούν στις αγορές και στους μετόχους τους και όχι στις κοινωνίες. Έχουμε συνεπώς την ανάγκη να αφιερώσουμε περισσότερες δυνάμεις στο να χτίσουμε το νέο και έχουμε, ευτυχώς, πετυχημένα παραδείγματα για να συνεχίσουμε την προσπάθεια. Πρέπει λοιπόν να επικοινωνήσουμε στο ευρύ κοινό ότι ο νέος κόσμος δεν είναι απλώς μια δυνατότητα, αλλά διαμορφώνεται ήδη μέσα από τα αδιέξοδα του παλαιού.

 

Αλλάζει κάτι στην πιστοποίηση της ποιότητας των παραγόμενων φαρμακευτικών προϊόντων που θα προκύψουν από την ανοιχτή επιστήμη;

Τα φαρμακευτικά προϊόντα που είναι αποτελέσματα έρευνας και ανάπτυξης “ανοικτού κώδικα” υπόκεινται ακριβώς στους ίδιους ελέγχους από τις αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές που υπόκεινται όλα τα φαρμακευτικά προϊόντα για ανθρώπινη χρήση. Αξιολογείται τόσο η ασφάλεια όσο και η αποτελεσματικότητά τους πριν την λήψη της άδειας κυκλοφορίας. Επιπλέον οι παρασκευαστές τους υποβάλλονται σε τακτικούς ελέγχους για το αν ακολουθούν τους κανόνες κατά την διαδικασία παραγωγής. Αρμόδιοι ρυθμιστές είναι οι εθνικοί και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκου. Άλλωστε, οι ίδιες βιομηχανικές μονάδες που παράγουν προστατευμένα φάρμακα, παράγουν και γενόσημα όσο και τα φάρμακα που μπορεί να είναι αποτέλεσμα ανοικτής ανάπτυξης. Επομένως δεν υπάρχει καμία  διαφοροποίηση ως προς αυτά τα ζητήματα.

 

Ποιες πρωτοβουλίες μπορεί και πρέπει να πάρει η ελληνική πολιτική ηγεσία για να ενισχύσει την ανοιχτή επιστήμη στην Ελλάδα;

Το πρώτο που θα πρέπει να κάνει η Ελληνική κυβέρνηση είναι να θέσει ξεκάθαρους όρους στα συμβόλαια χρηματοδότησης της έρευνας και καινοτομίας από δημόσιους πόρους. Θα πρέπει ανά κλάδο ή κατηγορία να τεθούν συγκεκριμένοι όροι διαφάνειας και παραδοτέων, όχι μόνο για τους όρους που αφορούν την πρόσβαση σε τυχόν δημοσιεύσεις αλλά και μέρους των δεδομένων (εκείνα που είναι επιδεκτικά δημοσιοποίησης), καθώς επίσης και των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιείται έρευνα με δημόσια χρηματοδότηση, να οδηγεί στην επινόηση ενός νέου φαρμάκου, και τα δικαιώματα ευρεσιτεχνίας να καταλήγουν σε ιδιώτες. Θα πρέπει ανάλογα με την περίσταση να κατοχυρώνονται τα συμφέροντα του δημοσίου και του φορολογούμενου, είτε με την κατοχύρωση δικαιωμάτων ιδιοκτησίας του δημοσίου, είτε με συμβόλαια και δυνατότητα παρέμβασης στην τιμολόγηση των προϊόντων, ώστε να διασφαλίζεται ότι θα πωλούνται σε δίκαιη και προσιτή τιμή. Δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτό που γίνεται σήμερα δηλαδή η χωρίς όρους παράδοση των χρημάτων των φορολογούμενων σε ιδιωτικά συμφέροντα με όμορφα προσχήματα, όπως η καινοτομία ή η ανάσχεση της διαρροής εγκεφάλων στο εξωτερικό. Το σύνθημα είναι: “δημόσια χρηματοδότηση, κοινά αγαθά”.

Θα πρέπει ένα μέρος της χρηματοδότησης εξαρχής να διατίθεται με δηλωμένο σκοπό την ανάπτυξη εφαρμοσμένων ανοικτών τεχνολογιών, που θα μπορούν να απορροφηθούν από περισσότερες επιχειρήσεις του παραγωγικού ιστού της χώρας, συμπεριλαμβανομένων και της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας (ΚΑΛΟ), αλλά και του πλήθους των μικρομεσαίων, που δεν έχουν την δυνατότητα να χρηματοδοτήσουν δικές τους δράσεις έρευνας και ανάπτυξης. Οι μικρές επιχειρήσεις έχουν πολλές φορές τη δυνατότητα να προσαρμόζουν διάφορες τεχνολογίες στις τοπικές ανάγκες και τις ανάγκες των καταναλωτών καλύτερα απ’ ότι οι μεγαλύτεροι παίκτες. Η ελληνική κυβέρνηση μπορεί να αξιοποιήσει τις πρόσφατες νομοθετικές αλλαγές στο δίκαιο της βιομηχανικής ιδιοκτησίας, που επιτρέπει στα Πανεπιστήμια και στα ερευνητικά κέντρα να κατοχυρώνουν με χαμηλό κόστος ευρεσιτεχνίες, όταν τις αδειοδοτούν με κοινωνικά υπεύθυνο τρόπο προς την ΚΑΛΟ και τις δημόσιες επιχειρήσεις, μέσω του μητρώου ανοικτών αδειών εκμετάλλευσης ευρεσιτεχνιών. Η ανοιχτή επιστήμη πρέπει να συνοδευτεί με μεταρρυθμίσεις που προάγουν και τις ανοικτές τεχνολογικές εφαρμογές. Αυτό δεν αφορά μόνο το φάρμακο, αλλά αρκετούς κλάδους της μεταποίησης, στο πλαίσιο της εφαρμογής μιας συντεταγμένης βιομηχανικής πολιτικής.

 

Ειδικά για τον τομέα του φαρμάκου;

Θα πρέπει να προβλεφθούν διακριτές διαδικασίες και χρηματοδότηση για την ανεξάρτητη κλινική έρευνα. Σαν ένα αρχικό βήμα θα μπορούσε η χώρα να γίνει μέλος του ECRIN, του Ευρωπαϊκού οργανισμού που συμβουλεύει και βοηθά ερευνητικά δίκτυα να διεξάγουν ανεξάρτητη κλινική έρευνα. Θα πρέπει να δοθούν κίνητρα για την συγκρότηση ανεξάρτητων ερευνητικών κοινοπραξιών κλινικής έρευνας. Θα πρέπει επίσης να αναληφθούν πρωτοβουλίες για την ανάπτυξη της διακρατικής συνεργασίας, την από κοινού δημιουργία οργανισμών με σκοπό την ανεξάρτητη έρευνα σε διάφορα πεδία, όπου υπάρχουν κοινά με άλλες χώρες συμφέροντα και προβλήματα. Η κυβέρνηση θα πρέπει διπλωματικά και πολιτικά να υποστηρίξει την πολιτική του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για τα Παγκόσμια Δημόσια αγαθά στην υγεία και τη συζήτηση για την δημιουργία Ευρωπαϊκού και Παγκοσμίου Χρηματοδοτικού Ταμείου για την φαρμακευτική έρευνα, ώστε σταδιακά να περάσουμε σε ένα παγκοσμιοποιημένο delinkage. Είναι σημαντικό να ξεπεράσουμε αυτές τις προκλήσεις ενεργοποιώντας τη διεθνή συνεργασία. Οι τιμές των φαρμάκων έχουν αρχίσει να γίνονται αφόρητες ακόμα και για τις ανεπτυγμένες χώρες.

 

Υπάρχει κάτι που μπορεί να κάνει ο απλός πολίτης για να υποστηρίξει την ανοιχτή επιστήμη στην Ελλάδα;

Οι Έλληνες πολίτες πρέπει να κινητοποιηθούν στην κατεύθυνση υποστήριξης της ανοικτής επιστήμης και των ανοικτών τεχνολογιών. Τα ελληνικά πολιτικά κόμματα έχουν μείνει πίσω, δεν έχουν καν κατανοήσει τις διεθνείς εξελίξεις, ούτε την αναπτυξιακή δυναμική που έχουν για την χώρα μας οι πολιτικές αυτές. Νομίζουν ότι έχουν απεριόριστο πεδίο πολιτικής δημαγωγίας. Η καθολική πρόσβαση στην υγεία και το φάρμακο δεν απαιτεί μόνο επενδύσεις, απαιτεί κυρίως δομικές μεταβολές στις ως τώρα διαδικασίες παραγωγής των αγαθών. Ας μην ξεχνάμε ότι ο εκτροχιασμός της φαρμακευτικής δαπάνης είναι μέρος της σπατάλης και κακοδιαχείρισης που μας οδήγησε στα μνημόνια. Καλός πολιτικός δεν είναι αυτός του τζάμπα που στέλνει τον λογαριασμό στις επόμενες γενιές. Είναι αυτός που κάνει τις μεταρρυθμίσεις που είναι απαραίτητες για τη βιωσιμότητα και την ευημερία του συνόλου.

Τόσο οι νεοφιλελεύθερες όσο και οι Κεϋνσιανές προσεγγίσεις έχουν χρεοκοπήσει. Οι ανοικτές τεχνολογίες και η ομότιμη συνεργασία σε δίκτυα, αποτελούν το νέο υπόδειγμα τεχνολογικής εξέλιξης και οργάνωσης της παραγωγής, που συνάδει με τη βιωσιμότητα και επιλύει σοβαρά ζητήματα τεχνολογικής κυριαρχίας. Η τεχνολογική ανάπτυξη εντάσσεται σε ένα πλαίσιο κοινωνικού – δημοκρατικού ελέγχου και οι καρποί της συνεργασίας διαμοιράζονται περισσότερο δίκαια, ενισχύοντας την οικονομική δημοκρατία.

Η υπόθεση της ανοικτής επιστήμης και των ανοικτών τεχνολογιών είναι περισσότερο πολιτική στην ουσία της απ’ όσο φαίνεται με μια πρώτη ματιά. Οι πολιτικοί δεν πρόκειται να κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση, αν δεν αισθανθούν την πίεση των πολιτών. Είναι λοιπόν σημαντικό οι πολίτες να μάθουν ότι σήμερα ένας εναλλακτικός τρόπος οργάνωσης της αλυσίδας παραγωγής του φαρμάκου σαν κοινωνικό αγαθό και όχι σαν εμπόρευμα βρίσκεται ήδη εδώ και χρειάζεται την κοινωνική πίεση και την πολιτική υποστήριξη για να εξαπλωθεί.

 

 


Άρθρα με παρόμοιο περιεχόμενο:

Παναγιώτης Ζέρβας: τα ανοιχτά δεδομένα μπορούν να εξασφαλίσουν την τροφή μας
Η ομότιμη παραγωγή: μια νέα ευκαιρία
Michel Βauwens: ομότιμη παραγωγή, ομότιμη διακυβέρνηση, ομότιμη ιδιοκτησία
Καλλιεργώντας τη γεωργία ανοικτού κώδικα στα Τζουμέρκα

Κατηγορίες: Ευρώπη, Πολιτική, Συνεντεύξεις, Υγεία
Tags: , , , , , , , , , , , , , , ,

Ενημερωτικό Δελτίο

Εισάγετε το e-mail σας για να εγγραφείτε στην υπηρεσία μας και να λαμβάνετε καθημερινά ειδήσεις.

Search

Pressenza App

Η αρχή του τέλους των πυρηνικών όπλων

Ντοκιμαντέρ για το βασικό εισόδημα

Δράση για τον Ασάνζ!

Pressenza On Air

International Campaign to Abolish Nuclear Weapons

International Campaign to Abolish Nuclear Weapons

Portokali radio

Αρχεία

Except where otherwise note, content on this site is licensed under a Creative Commons Attribution 4.0 International license.