Σε εποχές που η ελεύθερη πρόσβαση σε δημόσιους χώρους τίθεται εν αμφιβόλω, είναι ζωογόνες οι δράσεις που δίνουν άλλο νόημα στην κοινωνική αλληλεπίδραση των κατοίκων. Το Pugnant Film Series, με αγάπη στον κινηματογράφο του δημιουργού, διοργανώνει – μεταξύ άλλων – δημόσιες προβολές σε υπαίθριους χώρους και εγκαταλελειμμένα κτίρια. Ζητήσαμε από τον Γιώργο Ευθυμίου, εικαστικό, κινηματογραφιστή και υπεύθυνο της δράσης να μας μιλήσει για την αγάπη του σε ταινίες που είναι πέρα από την καθιερωμένη φόρμα και την mainstream κινηματογραφική γραμματική και το πάθος του να τις μοιράζεται με το κοινό.

 

Στην εποχή των multiplex κινηματογράφων, έρχεσαι και προβάλλεις ταινίες σε υπαίθριους χώρους και εγκαταλελειμμένα κτίρια. Γιατί;
Κατ’ αρχάς θέλω να σας πω ότι οι υπαίθριες προβολές του Pugnant Film Series είναι μόνο ένα μέρος της δραστηριότητάς του. Αυτά τα πέντε χρόνια έχει κάνει συνεργασίες με μεγάλα φεστιβάλ, όχι μόνο ελληνικά, σ’ όλο τον κόσμο, με κινηματογράφους, με πολυχώρους, με καφενεία, μ’ απ’ όλα. Παρ’ όλα αυτά, οι υπαίθριες προβολές είναι ίσως οι αγαπημένες μου, ίσως επειδή όλα οργανώνονται αυθόρμητα και εντελώς diy.

Πάντως θέλω να ξεκαθαρίσω ότι για μένα ο ιδανικός χώρος προβολής είναι η κινηματογραφική αίθουσα. Κι εννοώ η χειμερινή αίθουσα. Με το απόλυτο σκοτάδι της. Με τον δυνατό ήχο της. Χωρίς μάσκες. Αυτή η συνθήκη προβολής είναι από μόνη της τελετουργία. Δεν ξέρω τι ισχύει στα multiplex, πιθανολογώ θα υπάρχει τιμοκατάλογος ενοικίασης, όμως το να μπεις σε μια ελληνική arthouse αίθουσα και να παρουσιάσεις ένα πρόγραμμα είναι εξίσου δύσκολο. Οι αιθουσάρχες έχουν εξαρτητικές σχέσεις με τους διανομείς. Και παρ’ ότι μπορούν να παίζουν μια ταινία που κόβει όλη τη βδομάδα 5 και 10 εισιτήρια ανά προβολή, προτιμούν να παίζουν αυτή την ταινία απ’ το να δοκιμάσουν κάτι άλλο. Κι αυτό επειδή πιστεύουν ότι κάποια απ’ τις επόμενες ταινίες του διανομέα θα είναι ικανή να κάνει sold out, οπότε θέλουν να παίζουν και τις αποτυχημένες εμπορικά ταινίες τους, ούτως ώστε να έχουν περισσότερες διαπραγματευτικές πιθανότητες να πάρουν και το sold out. Είναι αποκαρδιωτικό και δε βοηθάει τον κινηματογράφο όλο αυτό. Οι αίθουσες εδώ κλείνουν η μία μετά την άλλη, αλλά κανείς δε δοκιμάζει στ’ αλήθεια κάτι καινούριο. Στην Αμερική και σε κάποιες χώρες της Ευρώπης, βλέποντας ότι η αίθουσα δεν έχει τη λαϊκή απήχηση παλιότερων δεκαετιών, έχουν χτίσει μικροσίνεμα. Δηλαδή αίθουσες μικρότερες, των 40 και των 60 θέσεων, και όσον αφορά τη διανομή, έχουν αναζητήσει νέα μοντέλα, δίνοντας εμπιστοσύνη σε επιμελητές και προγραμματιστές από εναλλακτικούς χώρους. Εδώ δυστυχώς δύσκολα θα σ’ εμπιστευτούν. Κι αν το κάνουν θα σε βάλουν σε ώρα εκτός προγράμματος, ή πολύ νωρίς ή πολύ αργά, ούτως ώστε να μην ταρακουνηθεί καμία ταινία του προγράμματος. Εκτός αν έχεις αρκετά λεφτά, για να νοικιάσεις την αίθουσα, που πρακτικά σημαίνει να ‘χεις μια επιχορήγηση. Άλλωστε οι αιθουσάρχες προς τα ‘κει καλοβλέπουν νέες συνεργασίες μονάχα, τα ιδρύματα.

Αλλά θα επιστρέψω στην ερώτησή σας σε σχέση με το γιατί προβάλλω σε υπαίθριους χώρους και εγκαταλελειμμένα κτίρια. Αυτό που μ’ ενδιαφέρει σ’ αυτές τις προβολές είναι η ενεργοποίηση του δημόσιου χώρου. Με λύπη διαπιστώνω ότι ο δημόσιος χώρος βαθμιαία τείνει να είναι λιγότερο δημόσιος. Τείνουμε να θεωρούμε τα social media πιο δημόσια από μια πλατεία, ένα πάρκο, έναν δρόμο. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τον δημόσιο χώρο μόνο για να τον διασχίσουν και να βρεθούν κάπου αλλού. Στα σπίτια τους, σε ένα καφέ, σ’ ένα μαγαζί, στη δουλειά τους. Δε ζούμε στο δημόσιο χώρο κι αυτό με λυπεί. Μοιάζει άλλωστε να είναι και μια συντονισμένη πρόθεση της πολιτείας να καταργήσει το δημόσιο χώρο. Το είδαμε και στις πρόσφατες καραντίνες πόσο εύκολα εκχωρήθηκε το δικαίωμα του ελέγχου στις αρχές, όσο βρισκόμασταν στο δημόσιο χώρο. Οι προβολές αυτές λοιπόν, μεταξύ άλλων δηλώνουν ότι ο δημόσιος χώρος πρέπει να είναι ελεύθερος και να προορίζεται για να ζούμε εκεί. Για αυτό το λόγο ηθελημένα δεν ασχολούμαστε με άδειες και τα συναφή. Το να υπάρχει μια αρχή αρμόδια να αποφασίσει αν σου επιτρέπεται να κάνεις κάτι στο δημόσιο χώρο, ετυμολογικά είναι κάτι που θέτει το δημόσιο στην διάθεση της εξουσίας. Τέλος, τα εγκαταλελειμμένα κτίρια είναι πολύ αγαπημένα στις προβολές γιατί δίνουν τη δυνατότητα να τους δώσεις μια νέα ζωή. Για μένα τα εγκαταλελειμμένα κτίρια ή τα ξεχασμένα πάρκα και οι αλάνες, λειτουργούν λίγο σαν τόπος zero, υπό την έννοια ότι είναι άγραφα από συμπεριφορές, εμπειρίες, ιδεολογίες. Δε σου υπαγορεύουν μια ταυτότητα ύπαρξης όταν βρίσκεσαι σ’ αυτά. Κάτι που από μόνο του το θεωρώ πολύ λυτρωτικό και πολύ φιλόξενο.

27/8/21, στο εσωτερικό του εγκαταλελειμμένου εργοστασίου Μπριτάνια, από το αρχείο του Pugnant Film Series.

 

Ποιες δυσκολίες και τι είδους κινδύνους διατρέχεις όταν οργανώνεις μια δημόσια προβολή;
Κοιτάχτε. Δεν είμαι πολιτικός μηχανικός. Οπότε η ασφάλεια αυτών των κτιρίων τίθεται υπό αμφισβήτηση. Εξετάζω όσο πιο καλά μπορώ, με εμπειρικό όμως τρόπο, ένα κτίριο ή ένα πάρκο πριν αποφασίσω να το μετατρέψω σε χώρο προβολής. Και ως προς το ζήτημα της ασφάλειας, και ως προς το να μην ενοχλείται η γειτονιά, και ως προς την προσβασιμότητα, και ο,τιδήποτε άλλο.

Μια δεύτερη δυσκολία είναι αυτή που έθιξα πιο πάνω. Υπάρχει κίνδυνος να γίνει κάποια παρέμβαση κάποιας ασστυνομικής αρχής ανά πάσα στιγμή. Όταν κάνεις ο,τιδήποτε στο δημόσιο χώρο, ο,τιδήποτε διαφέρει απ’ την κανονικοποιημένη κατανάλωση ή την διακριτική παρουσία, μπορεί να γίνει στόχος. Κι ας μην θίγεις ούτε ένα από τα αξιώματα του αστικού δικαίου. Είναι πιθανόν κάποιος να ενημερώσει τις αρχές για το ασυνήθιστο του πράγματος, και αυτές να διακόψουν την προβολή-εκδήλωση, χωρίς να ξέρουν στ’ αλήθεια το λόγο. Στην πραγματικότητα σε ελάχιστες περιπτώσεις μπορούν να αποδοθούν κατηγορίες.

 

Με ποια κριτήρια κάνεις τις επιλογές των ταινιών που προβάλλεις;
Το Pugnant Film Series, είναι άτυπα η φυσική εξέλιξη του σεμιναρίου για την μικρού μήκους ταινία που κάναμε με την Αρετή Ευσταθίου στον Κινηματογραφικό Τομέα Ποφπα, την Ίριδα. Είναι περιττό, αλλά μέρες που είναι μ’ όλη αυτή την απειλή που βιώνει η Ίριδα, είναι αναγκαίο να εκθειάσω κι εγώ την κινηματογραφική επίδραση και το έργο που έχει παραδώσει ο Κινηματογραφικός Τομέας Π.Ο.Φ.Π.Α. στους φοιτητές αυτής της πόλης, και όχι μόνο, όλα αυτά τα χρόνια. Δεν είναι λίγο ούτε μικρό αυτό που όπως διαφαίνεται θα χαθεί, με το νέο νομοσχέδιο.

Όταν αποχωρήσαμε λοιπόν από τον Κινηματογραφικό Τομέα, έκανα το Pugnant Film Series με τη βοήθεια της Αρετής που παραμένει μέχρι σήμερα στην οπισθοφυλακή του Pugnant Film Series. Σ’ αυτή τη νέα κίνηση υπήρχε η ανάγκη διαφοροποίησης στα εξής: έχω την πεποίθηση πως ο καλλιτεχνικός κινηματογράφος, ο κινηματογράφος του δημιουργού είναι ζωντανός ακόμα και σήμερα, και μάλιστα λιγότερο προβεβλημένος. Οπότε ήθελα το Pugnant Film Series να σταθεί σ’ αυτόν τον νέο κινηματογράφο, χωρίς βέβαια να παραλείπουμε να προβάλουμε και παλιότερες ταινίες. Επίσης, μ’ ενδιέφερε οι προβολές να μην είναι ένας τόπος συνάντησης μονάχα των θεατών με τις ταινίες, αλλά να μπουν και οι δημιουργοί στην εξίσωση. Να γίνει δηλαδή κάτι σαν κοινότητα. Στα πλαίσια αυτά υπάρχει ανοικτό κάλεσμα, όπου καθένας μπορεί να στείλει την ταινία του, και να συμμετέχει στη διαδικασία της επιλογής. Ενώ από την άλλη πολλές ταινίες τις επιλέγω απευθείας από τις προσωπικές μου θεάσεις και αναζητήσεις. Ο κινηματογράφος είναι ένα χούι που δε μπορώ να ξεφορτωθώ σ’ όλη την ενήλικη ζωή μου. Θα έλεγα με όση ειλικρίνεια διαθέτω ότι η σταθερή του συντροφιά αποτελεί τον βασικό λόγο της υγείας μου. Αυτή η συνταγή εμπεριέχει μερικές εκατοντάδες ταινίες που περνούν κάθε χρόνο απ’ τα μάτια μου. Κι αυτές οι ποιοτικές ώρες παρακολούθησης, γεννούν συχνά την επιθυμία και την ανάγκη να επικοινωνήσω κάποια ταινία με το κοινό του Pugnant Film Series. Σαν μια γιορτή. Οπότε και έρχομαι σε άμεση επαφή με τους δημιουργούς ούτως ώστε να πραγματοποιηθεί κάτι τέτοιο.

Συνεπώς η επιλογή είναι αρκετά υποκειμενική. Νομίζω ότι το πρόγραμμα του Pugnant Film Series είναι από τα πιο ιδιαίτερα που μπορείτε να συναντήσετε εκεί έξω. Στην πραγματικότητα δεν αποκλείεται καμία ταινία και κανένα πεδίο απ’ τα προγράμματά μας. Το καλτ μπορεί να έχει την τιμητική του, αλλά άλλη τόση τιμητική έχει η μινιμάλ ταινία. Ταινίες δημιουργών που βραβεύονται σε μεγάλα φεστιβάλ όπως του Ομπερχάουζεν, ή της Μασσαλίας μπορούν να βρεθούν στο πρόγραμμά μας, ενώ από την άλλη στο πρόγραμμά μας θα βρείτε κι εντελώς άγνωστους, αλλά εξίσου αξιόλογους δημιουργούς. Σε γενικές γραμμές έχουμε μια εκτίμηση στον κινηματογράφο του δημιουργού (γνωστό ως auteur cinema) και στις ταινίες που εναντιώνονται ή αμφισβητούν την καθιερωμένη φόρμα και την mainstream κινηματογραφική γραμματική. Αλλά πραγματικά δεν υπάρχουν όρια στο τι μπορείτε να δείτε σε μια προβολή του Pugnant Film Series. Μπορείτε να βρείτε στα προγράμματά μας ένα δοκιμιακό ντοκιμαντέρ του Artur Aristakisian ή από την άλλη μια sci-fi παρωδία του Miguel Llanso. Μπορείτε να δείτε μια απόλυτα μινιμάλ ταινία του Nicolas Graux ή μια ταινία εξεζητημένης φόρμας του Bertrand Mandico. Μπορείτε να δείτε μια ξέφρενη –χωρίς κανένα κανόνα- ταινία του Καβν, ή μια ανθρωποκεντρική χαμηλόφωνη εξομολόγηση της Claire Simon. Μπορείτε να δείτε ένα ντοκιμαντέρ παρατήρησης της Εύας Στεφανή ή μια ιδρωμένη ταινία του Κωνσταντίνου Γιάνναρη. Κι όλα αυτά μπορεί να είναι μέρος ακόμα και του ίδιου προγράμματος! Κατά κύριο λόγο πάντως, το πρόγραμμά μας αφιερώνει σταθερά περισσότερο χώρο στη μικρού μήκους ταινία, αλλά πάλι χωρίς καμία διάθεση περιορισμού όσον αφορά το ύφος. Για να πραγματοποιηθούν αυτές οι προβολές συνέταιροί μας είναι οι δημιουργοί, οι οποίοι τις περισσότερες φορές μας παραχωρούν δωρεάν τα δικαιώματα προβολής, ενώ σε μεμονωμένες περιπτώσεις έχει χρειαστεί να πληρώσουμε δικαιώματα προβολής.

Φυσικά σε διάφορες θεματικές που έχουμε κάνει ανά καιρούς, έχουν συμμετάσχει στον προγραμματισμό κι άλλοι καλοί φίλοι, όπως η Ελένη Κασκούρα ή ο Θάνος Θηρίου. Και γενικά είμαστε ανοιχτοί σε προτάσεις. Κατά καιρούς έχουμε φιλοξενήσει και αυτούσιες προτάσεις άλλων φεστιβάλ με τα οποία συνεργαζόμαστε.

18/6/21, Ελαιώνας (στην περιοχή που προορίζεται να γίνει το γήπεδο του Παναθηναϊκού), από το αρχείο του Pugnant Film Series.

 

Ποια είναι η εμπειρία που αποκομίζουν οι θεατές από τη δράση σου, τι σου λένε μετά τις προβολές;
Θέλω αυτές οι προβολές να είναι μια ολοκληρωμένη εμπειρία, ένα τελετουργικό, και όχι απλά μία ακόμα προβολή ταινιών. Αναμφίβολα οι ταινίες τίθονται στο επίκεντρο αυτής της εμπειρίας. Θα σας δώσω μερικά παραδείγματα για να καταλάβετε. Σε πρόσφατη προβολή που κάναμε την Παρασκευή του Πάσχα στον Ελαιώνα, ντύσαμε ζωντανά μουσικά (ο Αθανάσιος Ζαχαρόπουλος, το Λυρικό Φώσφορο και η Margot) με κλαρίνο, ηλεκτρονικά και φωνητικά κάποιες βουβές ταινίες που προβάλλονταν πάνω στους λευκούς τσιμεντόλιθους ενός χαλάσματος. Σύντομα ο ήχος από τα όργανα, που ήδη ηχούσε εκκλησιαστικά μέσα στα χαλάσματα, μπλεκόταν με την πένθιμη καμπάνα Μεγάλης Παρασκευής της εκκλησίας, με τα γαβγίσματα, και με την ηχώ λαϊκών τραγουδιών που άκουγαν τσιγγάνοι πιο πέρα ετοιμάζοντας τα πράγματά τους για το σαββατιάτικο παζάρι. Όλο αυτό είχε κάτι περισσότερο ζωντανό απ’ την ίδια τη ζωντανή μουσική. Σε μια άλλη προβολή σ’ ένα καμμένο εργοστάσιο, ένας άστεγος που ζει εκεί τα τελευταία χρόνια, με δική του πρωτοβουλία φόρεσε μια ασφυξιογόνα μάσκα, κάθισε στην έξοδο του κτιρίου, και πολύ φιλικά έδινε οδηγίες σ’ αυτούς που έφευγαν για το πως θα βρουν τον κεντρικό δρόμο. Ενώ κάποιες από τις περσινές ολονυκτίες, το ξημέρωμα μετά από ένα μεγάλο βράδυ, έβρισκε λίγους εναπομείναντες να κοιμούνται μες τον υπνόσακό τους, κάποιος τρίτος έψηνε ελληνικό καφέ για όλους, ενώ στο πανί προβαλλόταν ακόμα κάποια ταινία του Dwoskin. Επίσης έχουμε κάνει 24ωρα non-stop προγράμματα σε πολυχώρους, ενώ άλλες φορές έχουμε μπλέξει τις προβολές με live συναυλίες και μερικές πολύ ιδιαίτερες Αθηναϊκές μπάντες. Κοινώς προσπαθώ συνεχώς να δίνω στο κοινό μια εμπειρία χωρίς όρια, ενώ ταυτόχρονα, θέλω οι προβολές να πραγματοποιούνται με πολύ σοβαρότητα και σεβασμό, χωρίς να χάνεται κάτι για όσους από επιλογή έρχονται μονάχα για να παρακολουθήσουν ταινίες. Οι ταινίες είναι το ευαγγέλιο του Pugnant Film Series.

Υπάρχει πάντα πολύ καλό feedback από τους δημιουργούς, τους έλληνες, αλλά και τους λίγους που έρχονται απ’ το εξωτερικό. Οι τελευταίοι δεν είναι μάλιστα προετοιασμένοι για μια προβολή χωρίς τυπικότητες σε τέτοιο βαθμό, που συνήθως δε μπορούν να κρύψουν τον ενθουσιασμό τους.
Με το κοινό έχει χτιστεί μια σχέση εμπιστοσύνης θα έλεγα. Και με χαρά παρακολουθούμε αυτό το κοινό να μεγαλώνει ανά τα χρόνια.Οι άνθρωποι που έρχονται λίγο πολύ γνωρίζουν ότι θα δουν κάτι έξω απ’ το συνηθισμένο. Ενώ δεν είναι και λίγοι εκείνοι που έρχονται για το site specific της εκδήλωσης. Για να δουν ένα καινούριο μέρος. Να κάτσουν όσο χρόνο θέλουν στην προβολή, να περιπλανηθούν πιο πίσω με μια μπύρα, αναζητώντας τον δικό τους ελεύθερο χώρο στα γαλήνια ερείπια ενός παλιού εργοστασίου. Γενικά υπάρχει μια αναμονή για κάθε επόμενη προβολή, ίσως και περιέργεια. Υπάρχουν και κάποιοι που έρχονται ξανά και ξανά, και δε σας κρύβω, ότι είναι αυτοί που τροφοδοτούν με επιμονή τη δραστηριότητα του Pugnant.
Τέλος, οι συνθήκες προβολής στους εξωτερικούς χώρους δεν είναι πάντα καλύτερες. Οπότε πολύ συχνά τα σκαμπό και τα μαξιλάρια μας δεν επαρκούν, γεννώντας ταυτόχρονα τ’ ανάλογα παράπονα.

23/7/21, Εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο στο Φάληρο (πλησίον του Ηλεκτρικού Σταθμού)., από το αρχείο του Pugnant Film Series.

 

Έχεις πει ότι κινητήριος μοχλός για την οργάνωση των προβολών είναι η αγάπη σου για τον χειροποίητο κινηματογράφο, έναν κινηματογράφο έξω από τη λογική της εμπορευματοποίησης. Πώς μπορεί να δημιουργηθεί σήμερα μια ταινία χωρίς να υπακούσει στα γρανάζια της βιομηχανίας του κινηματογράφου και τελικά ποιες και ποιους – κατά τη γνώμη σου – ενδιαφέρει;
Ίσως για να βάλουπε τα πράγματα στη θέση τους, όπως έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω, πιο δόκιμος όρος στην βιβλιογραφία του κινηματογράφου που περιγράφει τις ταινίες που μας ενδιαφέρουν να είναι ο «κινηματογράφος του δημιουργού» (auteur cinema).
Στην πραγματικότητα δεν πιστεύω ότι η βιομηχανία μπορεί να ορίσει ποια ταινία είναι εμπορική και ποια όχι. Θα σας δώσω μερικά παραδείγματα. Ας πούμε ο Jack Smith ή ο Andy Warhol έκαναν τις κατ’ εξοχήν ταινίες της παρέας και ταινίες του δημιουργού, έξω απ’ τις διαδικασίες της τότε βιομηχανίας σε μεγάλο βαθμό. Σήμερα τα ιδρύματα εμπορεύονται πιο ακριβά τα έργα τους σε σχέση με την αντίστοιχη ταινία της εποχής που παράχθηκε με τον παραδοσιακό τρόπο. Ο Luther Price, που έκανε τις χειροποίητες ταινίες του, με μελάνια και slides, μπλέκοντας αρχειακό υλικό, ανήκει κι αυτός στους εμπορεύσιμους δημιουργούς σήμερα. Ο Κοκτώ έχει πει ότι ο κινηματογράφος θ’ αποκτήσει τις δυνατότητές του σαν τέχνη όταν κοστίζει όσο ένα στυλό, ενώ ο Jonas Mekas, που μνημονεύεται σ’ όλα τα essays και τα ακαδημαϊκά κείμενα, είχε πει – και στα λόγια και στην πράξη -” γιατί να κάνω ταινίες αφού μπορώ απλά να κινηματογραφώ;” Και ξέρετε κάτι; Αυτά τα «πειράματα», όπως τα αποκαλεί η βιομηχανία, εγώ θα τα πω «οπτικοακουστικά τεκμήρια» έχουν μεγαλύτερη αγοραστική αξία από ταινίες δημιουργών που ήταν τα «καλά παιδιά» της βιομηχανίας στην εποχή τους. Ο Μαντίκο ή ο Καβν, σκηνοθέτες που αγαπάμε, στο παρελθόν έκαναν ταινίες απολαμβάνοντας τη φανατική εκτίμηση μιας περιορισμένης σινεφίλ κοινότητας, και την καθολική αποδοκιμασία των πολύ περισσότερων υπολοίπων, για να καταλήξουν σήμερα να παίζουν τις ταινίες τους στο Netflix, χωρίς να κάνουν καμιά σημαντική έκπτωση στον τρόπο που δουλεύουν. Ή για να το φέρούμε και στα μέρη μας. Ποιος θα περίμενε ότι τα Μαγνητικά Πεδία θα κάναν είκοσι πέντε και πλέον χιλιάδες εισιτήρια; Μια ταινία με 3 χαρακτήρες, μια minidv κάμερα, δεν τη χαρακτηρίζεις ως το πιο εμπορικό pattern. Κι όμως η ταινία αγαπήθηκε πολύ. Υπάρχουν ενδείξεις, που λένε ότι το παιχνίδι δεν έχει χαθεί οριστικά.

Σίγουρα η βιομηχανία σφυρηλαττεί και καθορίζει τους διαύλους και τους σωλήνες της φιλμοπαραγωγής, και δίνει προνόμια και διευκολύνσεις στις ταινίες που τάσσονται σ’ αυτό το μοντέλο, ελαττώνοντας ταυτόχρονα τις ευκαιρίες για τους αντιφρονούντες. Στη βιομηχανία γίνονται ισχυρές συμμαχίες μέσω παραγωγών, φεστιβαλάρχων, institute founders, διανομέων, σκηνοθετών και κάθε επαγγελματία του χώρου. Συμμαχίες που στο τέλος της ημέρας τείνουν να εξασφαλίζουν μια κάποια οικονομική βιωσιμότητα στους εταίρους, αφού όσο μεγαλώνει το δίκτυο τόσο πιο καλά ελέγχεται η αγορά, αλλά αυτό απέχει απ’ το να καθοριστεί επακριβώς ποια ταινία είναι εμπορική και ποια όχι. Και για να το τελειώνω, όσο χυδαίοι κι αν είναι οι καιροί μας, και κάθε καιρός δηλαδή, θα ήταν εξωπραγματικό να πούμε ότι η αγνότητα έχει εξαλειφθεί ολικώς απ’ το ανθρώπινο είδος. Όταν έκανε η Maya Deren ας πούμε ταινίες, δε νομίζω ότι απολάμβανε κάποια εύνοια απ’ τη βιομηχανία. Ή παρόμοια όταν έκανε ο Τορνές ταινίες. Σε κάθε εποχή, είτε είναι κινηματογράφος, είτε είναι τραγούδι, είτε είναι ο,τιδήποτε, έχω την πεποίθηση ότι πάντα θα βρεθούν άνθρωποι να εκπροσωπήσουν το ανθρώπινο κεφάλαιο μ’ έναν διαφορετικό τρόπο απ’ αυτόν που μοιάζει ο επιβεβλημένος. Δε νομίζω ότι αυτό θα σταματήσει ποτέ.

Τώρα στην ερώτηση ποιον αφορά αυτός ο κινηματογράφος, θα ήθελα να πω τον καθένα! Αισιόδοξος; Μπορεί. Στον αντίποδα θεωρώ πως η τέχνη έχει χάσει την λαϊκή βάση της επειδή με την καθολική εμπλοκή των ιδρυμάτων έχει διαμμορφωθεί η εντύπωση – και όχι άδικα – ότι αφορά μόνο το δίκτυο των καλλιτεχνών και των σχετιζόμενων με τα παραγώμενα προϊόντα. Μονάδων ή συλλογικοτήτων. Πάντως όχι τη λαϊκή βάση. Και η λαϊκή βάση, η οποία αποκλείεται μεθοδικά, με τη σειρά της έχει γίνει καχύποπτη και μάλλον αδιάφορη. Αφού τα περισσότερα καλλιτεχνικά προϊόντα προορίζονται για εσωτερική κατανάλωση, όπως ακριβώς ένα οδοντιατρικό συνέδρειο που αφορά μόνο τους οδοντιάτρους, 2-3 φαρμακοβιομηχανίες και μερικά σχετικά εργαστήρια.

31/7/22, Εξωτερικό ταρατσάκι του εγκαταλελειμμένου εργοστασίου Κολούμπια στη Ριζούπολη, από το αρχείο του Pugnant Film Series.

 

Θέλεις να μας πεις για τη συνεργασία σου με το Ρομαντικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και τη σύσταση της κινηματογραφικής λέσχης “Cinema Suicide: 201 ώρες ζόφου”;
Zoe Lund, Sybille Schmitz, Rainer Werner Fassbinder, Κatia Golubeva, Adriane Ditvoorst, Chantal Akerman, Jane Arden είναι ελάχιστοι από τους εκατοντάδες ανθρώπους που πέρασαν απ’ τον κινηματογράφο και τα ονόματά τους συνδέθηκαν με επιβεβαιωμένες ή πιθανές πράξεις αυτοκτονίας. Αυτοί οι άνθρωποι άφησαν εξαιρετικό, υπό το πρίσμα της εξαίρεσης, κινηματογραφικό έργο, που πάντα μου προκαλούσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Έτσι φεύγοντας απ’ το έργο και ψάχνοντας λίγο περισσότερο τη ζωή τους, μου έγινε αντιληπτό ότι παρομοίως εξαιρετικοί ήταν και στην προσωπική τους ζωή. Κάθε πράξη αυτοχειρίας, υπονοεί, υπαρξιακά, ότι το άτομο που φεύγει απ’ αυτόν τον κόσμο δυσκολεύεται να βρει έναν επαρκή λόγο ύπαρξης σ’ αυτόν τον κόσμο. Σαν να είναι ήδη λίγο από κάπου αλλού και όσο βρίσκεται εδώ. Τελικά η πράξη αμφισβητεί παρομοιωδώς την επάρκεια του ατόμου και την επάρκεια του κόσμου. Αυτή η ψυχογράφιση μ’ ενδιέφερε πολύ, κι εμένα και την Αρετή, και θέλαμε να παρουσιάσουμε ένα πρόγραμμα, σαν φόρο τιμής σε αυτόχειρες του κινηματογράφου, και ταυτόχρονα, να αφουγκραστούμε με συγκίνηση την αυτόχειρα προσωπικότητα μέσα από ταινίες που σχετίζονται με την πράξη, ή μέσα από ταινίες –σε μεγάλο βαθμό βιωματικές- των ατόμων που μας ενδιέφεραν.

Όπως καταλαβαίνετε ένα τέτοιο εγχείρημα είναι εξαιρετικά μεγάλο. Και δε μπόρεσε να αποδωθεί όπως θα θέλαμε στα πλαίσια των προβολών στο Sozopolis. Όμως επιφυλασσόμαστε για μια εκτενέστερη παρουσίαση στο μέλλον, ίσως και με διαφορετικό τρόπο. Στα πλαίσια αυτά η αντάμωση με το Ρομαντικό Πανεπιστήμιο ήταν πραγματικά κάτι εξαιρετικά ευχάριστο. Στο Sozopolis είχαν κάνει ένα αξεπέραστο αρχείο, εκατοντάδων αυτοκτονιών που συνέβησαν στον ελλαδικό χώρο τα τελευταία 200 χρόνια, ένα αρχείο που συγκεντρώθηκε μέσα από δημοσιεύσεις σε εφημερίδες. Κι έπειτα αυτές οι περιπτώσεις παρουσιάστηκαν συλλογικά, μέσα από επιμνημόσυνα έργα. Είναι εμφανές ότι αυτό που κάναμε με το Pugnant Film Series, ήταν αρκετά διαφορετικό, καθώς δεν αποτύπωνε σχεδόν καθόλου την αυτόχειρα πράξη στον ελλαδικό χώρο, που ήταν και το βασικό αίτημα του Sozopolis. Κι έτσι δε μπορούμε παρά να τους ευχαριστήσουμε εις διπλούν που δέχθηκαν να μας φιλοξενήσουν.

2/7/21, Αλάνα στον Κολωνό, όπου συνήθως ξεφορτώνονται παράνομα αυτοκίνητα, από το αρχείο του Pugnant Film Series.