Πριν από εικοσιδύο χρόνια γεννήθηκε στην Αμερική το INCITE!, μια εθνική, ριζοσπαστική, έγχρωμη, φεμινιστική οργάνωση που δεσμεύεται να τερματίσει τόσο τη διαπροσωπική όσο και την κρατική βία. Ο καταργητικός φεμινισμός είναι ένα απελευθερωτικό όραμα για έναν κόσμο απαλλαγμένο από όλες τις μορφές βίας, συμπεριλαμβανομένης της έμφυλης βίας, της βίας της αστυνομίας και των φυλακών. Στην απόπειρα να γνωρίσουμε δράσεις γύρω από τον καταργητικό φεμινισμό, ξεκινάμε δημοσιεύοντας την ιδρυτική δήλωση του INCITE! γραμμένη το 2001, όταν η πρωτοβουλία έκανε στην Αμερική τα πρώτα της βήματα. Όπως πιθανά θα συμπεράνετε διαβάζοντάς την, τα κινήματα έχουν έκτοτε προχωρήσει: οι συσχετισμοί της κατάστασης τότε στις ΗΠΑ με το σήμερα στην Ελλάδα έχουν αρκετές ομοιότητες ως προς τη μη ουσιαστικά και σε βάθος διασύνδεση των διεκδικήσεων των δύο κινημάτων (αντίσταση στην έμφυλη βία – αντίσταση στη βία της αστυνομίας και των φυλακών) αλλά και αρκετές διαφορές που προέκυψαν κυρίως από ηχηρές περιπτώσεις έμφυλης κρατικής και αστυνομικής βίας, όπως τις ανέδειξε, για παράδειγμα, η δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου.

 

Δήλωση για την έμφυλη βία και το βιομηχανικό σύμπλεγμα των φυλακών (2001)

Καλούμε τα κινήματα κοινωνικής δικαιοσύνης να αναπτύξουν στρατηγικές και αναλύσεις που να αντιμετωπίζουν τόσο την κρατική όσο και τη διαπροσωπική βία, ιδιαίτερα τη βία κατά των γυναικών. Επί του παρόντος, τα άτομα που κάνουν ακτιβισμό και τα κινήματα που αντιμετωπίζουν την κρατική βία (όπως οι ομάδες κατά των φυλακών, κατά της αστυνομικής βίας) συχνά λειτουργούν απομονωμένα από άτομα που κάνουν ακτιβισμό και τα κινήματα που αντιμετωπίζουν την ενδοοικογενειακή και σεξουαλική βία. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι έγχρωμες γυναίκες, οι οποίες υποφέρουν δυσανάλογα τόσο από την κρατική όσο και από τη διαπροσωπική βία, έχουν περιθωριοποιηθεί μέσα σε αυτά τα κινήματα. Είναι κρίσιμο να αναπτύξουμε απαντήσεις στην έμφυλη βία που δεν εξαρτώνται από ένα σεξιστικό, ρατσιστικό, ταξικό και ομοφοβικό σύστημα ποινικής δικαιοσύνης. Είναι επίσης σημαντικό να αναπτύξουμε στρατηγικές που αμφισβητούν το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης και που παρέχουν επίσης ασφάλεια στις επιζήσασες και τους επιζώντες της σεξουαλικής και ενδοοικογενειακής βίας. Για να ζήσουμε μια ζωή χωρίς βία, πρέπει να αναπτύξουμε ολιστικές στρατηγικές για την αντιμετώπιση της βίας που να μιλούν για τη διασταύρωση όλων των μορφών καταπίεσης. Το κίνημα κατά της βίας υπήρξε εξαιρετικά σημαντικό στο να σπάσει η σιωπή γύρω από τη βία κατά των γυναικών και να παράσχει τις πολυπόθητες υπηρεσίες στις επιζήσασες. Ωστόσο, το κυρίαρχο κίνημα κατά της βίας στηρίζεται όλο και περισσότερο στο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης ως την πρώτη γραμμή προσέγγισης για τον τερματισμό της βίας κατά των έγχρωμων γυναικών. Είναι σημαντικό να αξιολογηθεί ο αντίκτυπος αυτής της στρατηγικής.

 

1. Οι προσεγγίσεις της επιβολής του νόμου για την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών ΜΠΟΡΟΥΝ ΙΣΩΣ να αποτρέψουν ορισμένες πράξεις βίας βραχυπρόθεσμα. Ωστόσο, ως συνολική στρατηγική για τον τερματισμό της βίας, η ποινικοποίηση δεν έχει αποδώσει. Στην πραγματικότητα, ο συνολικός αντίκτυπος των νόμων περί υποχρεωτικών συλλήψεων για την ενδοοικογενειακή βία έχει οδηγήσει σε μείωση του αριθμού των κακοποιημένων γυναικών που σκοτώνουν τους συντρόφους τους σε αυτοάμυνα, αλλά δεν έχει οδηγήσει σε μείωση του αριθμού των κακοποιητών που σκοτώνουν τις συντρόφους τους. Συνεπώς, ο νόμος προστατεύει περισσότερο τους κακοποιούς παρά τις επιζήσασες.

2. Η προσέγγιση της ποινικοποίησης έχει επίσης φέρει πολλές γυναίκες σε σύγκρουση με το νόμο, ιδίως έγχρωμες γυναίκες, φτωχές γυναίκες, λεσβίες, εργαζόμενες στο σεξ, μετανάστριες, γυναίκες με αναπηρία και άλλες περιθωριοποιημένες γυναίκες. Για παράδειγμα, στο πλαίσιο των νόμων περί υποχρεωτικής σύλληψης, έχουν σημειωθεί πολλά περιστατικά όπου αστυνομικοί που κλήθηκαν σε ενδοοικογενειακά περιστατικά συνέλαβαν τη γυναίκα που κακοποιείται. Πολλές γυναίκες χωρίς χαρτιά έχουν καταγγείλει περιπτώσεις σεξουαλικής και ενδοοικογενειακής βίας, και στη συνέχεια βρέθηκαν υπό απέλαση. Μια σκληρή ατζέντα για τον νόμο και την τάξη οδηγεί επίσης σε μεγάλες ποινές για τις γυναίκες που καταδικάζονται για τη δολοφονία των κακοποιητών τους. Τέλος, όταν η δημόσια χρηματοδότηση διοχετεύεται στην αστυνόμευση και τις φυλακές, οι περικοπές του προϋπολογισμού για τα κοινωνικά προγράμματα, συμπεριλαμβανομένων των καταφυγίων γυναικών, της κοινωνικής πρόνοιας και της δημόσιας στέγασης είναι η αναπόφευκτη παρενέργεια. Αυτές οι περικοπές αφήνουν τις γυναίκες λιγότερο ενδυναμωμένες στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν από βίαιες σχέσεις.

3. Οι φυλακές δεν λειτουργούν. Παρά την εκθετική αύξηση του αριθμού των ανδρών στις φυλακές, οι γυναίκες δεν είναι ασφαλέστερες και τα ποσοστά των σεξουαλικών επιθέσεων και της ενδοοικογενειακής βίας δεν έχουν μειωθεί. Ζητώντας μεγαλύτερες αστυνομικές αντιδράσεις και αυστηρότερες ποινές για τους δράστες έμφυλης βίας, το κίνημα κατά της βίας τροφοδότησε τον πολλαπλασιασμό των φυλακών, οι οποίες πλέον κλείνουν περισσότερους ανθρώπους ανά κάτοικο στις ΗΠΑ από οποιαδήποτε άλλη χώρα. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαπέντε ετών, ο αριθμός των γυναικών, ιδίως των έγχρωμων γυναικών που βρίσκονται στη φυλακή έχει εκτοξευθεί στα ύψη. Οι φυλακές ασκούν επίσης βία στον αυξανόμενο αριθμό γυναικών που βρίσκονται πίσω από τα κάγκελα. Οι σφαγές, οι αυτοκτονίες, η εξάπλωση του HIV, οι σωματικές έρευνες, η ιατρική παραμέληση και ο βιασμός των κρατουμένων έχει αγνοηθεί σε μεγάλο βαθμό από τους ακτιβιστές και τις ακτιβίστριες κατά της βίας. Το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης, ένας θεσμός βίας, κυριαρχίας και ελέγχου, έχει αυξήσει το επίπεδο της βίας στην κοινωνία.

4. Η εξάρτηση από την κρατική χρηματοδότηση για τη στήριξη των προγραμμάτων κατά της βίας έχει αυξήσει την επαγγελματοποίηση του κινήματος κατά της βίας και το έχει αποξενώσει από τις ρίζες του στην οργάνωση της κοινότητας και την κοινωνική δικαιοσύνη. Η εξάρτηση αυτή έχει απομονώσει το κίνημα κατά της βίας από άλλα κινήματα κοινωνικής δικαιοσύνης που επιδιώκουν την εξάλειψη της κρατικής βίας, με αποτέλεσμα να δρα σε σύγκρουση και όχι σε συνεργασία με αυτά τα κινήματα.

5. Η εξάρτηση από το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης έχει αφαιρέσει μέρος της δύναμης και της ικανότητας των γυναικών να οργανώνονται συλλογικά για να σταματήσουν τη βία και έχει μεταφέρει την εξουσία αυτή στο κράτος. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι γυναίκες που αναζητούν επανόρθωση στο πλαίσιο του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης αισθάνονται αποδυναμωμένες και αποξενωμένες. Έχει επίσης προωθήσει μια ατομικιστική προσέγγιση για τον τερματισμό της βίας, έτσι ώστε ο μόνος τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι πιστεύουν ότι μπορούν να παρέμβουν στον τερματισμό της βίας είναι να καλέσουν την αστυνομία. Αυτή η εξάρτηση έχει μετατοπίσει την εστίασή μας από την ανάπτυξη τρόπων με τους οποίους οι κοινότητες μπορούν να ανταποκριθούν συλλογικά στη βία.

 

Τα τελευταία χρόνια, το κυρίαρχο κίνημα κατά των φυλακών έχει επιστήσει σημαντική προσοχή στον αρνητικό αντίκτυπο της ποινικοποίησης και στη δημιουργία του βιομηχανικού συμπλέγματος των φυλακών. Επειδή οι ακτιβίστριες και οι ακτιβιστές που επιδιώκουν να αντιστρέψουν το κύμα μαζικής φυλάκισης και ποινικοποίησης των φτωχών και έγχρωμων κοινοτήτων δεν έχουν πάντα επικεντρώσει το φύλο και τη σεξουαλικότητα στην ανάλυση ή την οργάνωσή τους, δεν έχουν ανταποκριθεί επαρκώς στις ανάγκες των επιζώντων ατόμων της ενδοοικογενειακής και σεξουαλικής βίας.

1. Οι ακτιβιστές και οι ακτιβίστριες ενάντια στη βία των φυλακών και υπέρ της ανάγκης λογοδοσίας της αστυνομίας έχουν γενικά οργανωθεί γύρω από τους έγχρωμους/αλλοδαπούς άνδρες και έχουν εννοιολογήσει αυτούς ως τα πρωταρχικά θύματα της κρατικής βίας. Οι γυναίκες κρατούμενες και τα θύματα της αστυνομικής βίας έχουν γίνει αόρατα από την εστίαση στον πόλεμο κατά των αδελφών και των γιων μας. Δεν έχει ληφθεί υπόψη το πώς οι γυναίκες πλήττονται εξίσου σοβαρά από την κρατική βία όπως οι άνδρες. Το δράμα των γυναικών που βιάζονται από αξιωματικούς του Αλλοδαπών ή δεσμοφύλακες, για παράδειγμα, δεν έχει λάβει επαρκή προσοχή. Επιπλέον, οι γυναίκες σηκώνουν το βάρος της φροντίδας της εκτεταμένης οικογένειας όταν τα μέλη της οικογένειας και της κοινότητας ποινικοποιούνται και φυλακίζονται. Έχουν δημιουργηθεί διάφορες οργανώσεις για να υπερασπιστούν τις γυναίκες κρατούμενες ωστόσο, οι ομάδες αυτές συχνά περιθωριοποιούνται στο πλαίσιο του κυρίαρχου κινήματος κατά των φυλακών.

2. Το κίνημα κατά των φυλακών δεν έχει ασχοληθεί με στρατηγικές για την αντιμετώπιση των ανεξέλεγκτων μορφών βίας που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες στην καθημερινή τους ζωή, συμπεριλαμβανομένης της παρενόχλησης στο δρόμο, της σεξουαλικής παρενόχλησης στην εργασία, του βιασμού και της κακοποίησης από τον σύντροφο. Έως ότου αναπτυχθούν αυτές οι στρατηγικές, πολλές γυναίκες θα αισθάνονται ότι το κίνημα δεν θα τους προσφέρει τίποτα. Επιπλέον, με το να μην επιδιώκει συμμαχίες με το κίνημα κατά της έμφυλης βίας, το κίνημα κατά των φυλακών έστειλε το μήνυμα ότι είναι δυνατόν να απελευθερωθούν οι κοινότητες χωρίς να επιδιώκεται η ευημερία και η ασφάλεια των γυναικών.

3. Το κίνημα κατά των φυλακών απέτυχε να οργανωθεί επαρκώς γύρω από τις μορφές κρατικής βίας που αντιμετωπίζουν οι ΛΟΑΤΚΙ κοινότητες. Η ΛΟΑΤΚΙ νεολαία του δρόμου και τα τρανς άτομα γενικά είναι ιδιαίτερα ευάλωτα στην αστυνομική βία και την ποινικοποίηση. Τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα που είναι κρατούμενα στερούνται βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, όπως οι οικογενειακές επισκέψεις από συντρόφους του ίδιου φύλου, και οι συναινετικές σχέσεις του ίδιου φύλου στη φυλακή αστυνομεύονται και τιμωρούνται.

4. Ενώ οι υποστηρικτές της κατάργησης των φυλακών έχουν σωστά επισημάνει ότι οι βιαστές και οι κατά συρροή δολοφόνοι αποτελούν μικρό αριθμό του πληθυσμού των φυλακών, δεν έχουμε απαντήσει στο ερώτημα πώς πρέπει να αντιμετωπιστούν αυτές οι περιπτώσεις. Η αδυναμία απάντησης στο ερώτημα ερμηνεύεται από πολλούς ακτιβιστές και ακτιβίστριες κατά της βίας ως έλλειψη ενδιαφέροντος για την ασφάλεια των γυναικών.

5. Οι διάφορες εναλλακτικές λύσεις αντί της φυλάκισης που έχουν αναπτυχθεί από τα ακτιβιστικά κινήματα κατά της φυλάκισης έχουν γενικά αποτύχει να παράσχουν επαρκή μηχανισμό ασφάλειας και λογοδοσίας για τις επιζήσασες σεξουαλικής και ενδοοικογενειακής βίας. Αυτές οι εναλλακτικές λύσεις βασίζονται συχνά σε μια ρομαντική αντίληψη των κοινοτήτων, οι οποίες δεν έχουν ακόμη αποδείξει τη δέσμευση και την ικανότητά τους να κρατούν τις γυναίκες και τα παιδιά ασφαλή ή να αντιμετωπίζουν σοβαρά τον σεξισμό και την ομοφοβία που είναι βαθιά ριζωμένα μέσα τους.

Καλούμε τα κινήματα κοινωνικής δικαιοσύνης που ασχολούνται με τον τερματισμό της βίας σε όλες τις μορφές της:

1. Να αναπτύξουν κοινοτικές απαντήσεις στη βία που δεν βασίζονται στο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης ΚΑΙ που διαθέτουν μηχανισμούς που εξασφαλίζουν την ασφάλεια και τη λογοδοσία για το μέλλον των επιζώντων ατόμων της σεξουαλικής και ενδοοικογενειακής βίας. Οι μετασχηματιστικές πρακτικές που αναδύονται από τις τοπικές κοινότητες θα πρέπει να καταγράφονται και να διαδίδονται για την προώθηση συλλογικών απαντήσεων στη βία.

2. Να αξιολογήσουν κριτικά τον αντίκτυπο της κρατικής χρηματοδότησης στις οργανώσεις κοινωνικής δικαιοσύνης και να αναπτύξουν εναλλακτικές στρατηγικές συγκέντρωσης κεφαλαίων για την υποστήριξη αυτών των οργανώσεων. Να αναπτύσσουν συλλογικές στρατηγικές συγκέντρωσης κεφαλαίων και οργάνωσης για συλλογικότητες κατά των φυλακών και κατά της βίας. Να αναπτύξουν στρατηγικές και αναλύσεις που στοχεύουν ειδικά στις κρατικές μορφές σεξουαλικής βίας.

3. Να γίνουν οι απαραίτητες συνδέσεις μεταξύ της διαπροσωπικής βίας, της βίας που ασκείται από εγχώριους κρατικούς θεσμούς (όπως οι φυλακές, τα κέντρα κράτησης, τα ψυχιατρεία και οι υπηρεσίες προστασίας παιδιών) και της διεθνούς βίας (όπως ο πόλεμος, οι βιασμοί σε στρατιωτική βάση και οι πυρηνικές δοκιμές).

4. Να αναπτυχθεί ανάλυση και στρατηγική για τον τερματισμό της βίας που δεν αγνοεί τις μεμονωμένες πράξεις βίας (είτε διαπράττονται από το κράτος, είτε από άτομα) από τα ευρύτερα συμφραζόμενά τους. Οι στρατηγικές αυτές πρέπει να εξετάζουν πώς ολόκληρες κοινότητες όλων των φύλων επηρεάζονται με πολλαπλούς τρόπους τόσο από την κρατική βία όσο και από τη διαπροσωπική έμφυλη βία. Οι κακοποιημένες γυναίκες κρατούμενες αποτελούν σημείο τομής της κρατικής και της διαπροσωπικής βίας και ως εκ τούτου παρέχουν την ευκαιρία και στα δύο κινήματα να οικοδομήσουν συμμαχίες και κοινούς αγώνες.

5. Να θέσουν τις έγχρωμες φτωχές/εργαζόμενες γυναίκες στο επίκεντρο της ανάλυσης, των πρακτικών οργάνωσης και της ανάπτυξης πρωτοβουλιών. Να αναγνωρίσουν το ρόλο της οικονομικής καταπίεσης, της “μεταρρύθμισης” της κοινωνικής πρόνοιας και των επιθέσεων στα δικαιώματα των εργαζομένων γυναικών στην αύξηση της ευπάθειας και έκθεσης των γυναικών σε όλες τις μορφές βίας και να τοποθετούν τον ακτιβισμό κατά της βίας και κατά της φυλακής παράλληλα με τις προσπάθειες για το μετασχηματισμό του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος.

6. Να συμπεριλάβουν σε ιδιαίτερη θέση ιστορίες κρατικής βίας που διαπράττονται κατά των έγχρωμων γυναικών στις οργανωτικές τους προσπάθειες.

7. Να αντιταχθούν σε νομοθετικές αλλαγές που προωθούν την επέκταση των φυλακών, την ποινικοποίηση των φτωχών κοινοτήτων και των έγχρωμων κοινοτήτων και συνεπώς την κρατική βία κατά των έγχρωμων γυναικών, ακόμη και αν οι αλλαγές αυτές ενσωματώνουν επίσης μέτρα για την υποστήριξη των θυμάτων διαπροσωπικής έμφυλης βίας.

8. Να προωθούν την ολιστική πολιτική εκπαίδευση σε καθημερινό επίπεδο μέσα στις κοινότητές μας, συγκεκριμένα το πώς η σεξουαλική βία συμβάλλει στην αναπαραγωγή της αποικιακής, ρατσιστικής, καπιταλιστικής, ετεροφυλοφιλικής και πατριαρχικής κοινωνίας στην οποία ζούμε, καθώς και πώς η κρατική βία παράγει διαπροσωπική βία μέσα στις κοινότητες.

9. Να αναπτύσσουν στρατηγικές για την κινητοποίηση κατά του σεξισμού και της ομοφοβίας ΕΝΤΟΣ των κοινοτήτων μας, προκειμένου να διατηρήσουμε τις γυναίκες ασφαλείς.

10. Να προσκαλέσουμε τους έγχρωμους άνδρες και όλους τους άνδρες στα κινήματα κοινωνικής δικαιοσύνης να αναλάβουν ιδιαίτερη ευθύνη για την αντιμετώπιση και την οργάνωση γύρω από την έμφυλη βία στις κοινότητές τους ως πρωταρχική στρατηγική για την αντιμετώπιση της βίας και της αποικιοκρατίας. Προσκαλούμε τους άνδρες να εξηγήσουν πώς οι δικές τους ιστορίες θυματοποίησης έχουν εμποδίσει την ικανότητά τους να εγκαθιδρύσουν την έμφυλη δικαιοσύνη στις κοινότητές τους.

11. Να συνδέσουμε τους αγώνες για προσωπική μεταμόρφωση και θεραπεία με τους αγώνες για κοινωνική δικαιοσύνη.

 

Επιδιώκουμε να οικοδομήσουμε κινήματα που όχι μόνο βάζουν τέλος στη βία, αλλά δημιουργούν μια κοινωνία βασισμένη στη ριζική ελευθερία, την αμοιβαία λογοδοσία και την παθιασμένη αμοιβαιότητα. Σε αυτή την κοινωνία, η ασφάλεια και η προστασία δεν θα βασίζονται στη βία ή στην απειλή βίας. Θα βασίζονται σε μια συλλογική δέσμευση για την εξασφάλιση της επιβίωσης και της φροντίδας όλων των λαών.