[Στο πλαίσιο της επετειακής εκδήλωσης – ημερίδας με θέμα Τραύμα, συλλογική Μνήμη και Επανόρθωση μέσω του Άλλου“, που διοργάνωσε το Ίδρυμα Πουλαντζάς και ο Όμιλος Φίλων ΙΝΠ Θεσσαλονίκης, στην Αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου Θεσσαλονίκης, στις 6 Μαΐου 2022, με αφορμή τα 100 χρόνια από το 1922, κλήθηκε μεταξύ άλλων να μιλήσει η ιστορικός Αιμιλία Σαλβάνου. Παραθέτουμε την ομιλία της, γιατί προσφέρει ένα ενδιαφέρον πλαίσιο για την ανάπτυξη επετειακών εκδηλώσεων και δημόσιου λόγου σχετικά με τα 100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή.]

 

Διανύοντας το έτος της επετείου των εκατό χρόνων από την Μικρασιατική Καταστροφή, περιμένουμε να δούμε πώς θα διαμορφωθεί το τοπίο τόσο σε ό,τι αφορά τις εκδηλώσεις μνήμης, όσο και σε ό,τι αφορά τη σχετική πολιτισμική και επιστημονική παραγωγή. Κυρίως όμως αναμένουμε να δούμε ποιος θα είναι ο τόνος της επετείου – αν θα υπάρξει κάποια νέα οπτική στον τρόπο που την κατανοούμε, αν θα κουβεντιάσουμε για τις ερμηνείες της και κυρίως πώς θα επικαιροποιήσουμε τον τρόπο που σχετιζόμαστε μαζί της.

 

Πώς έχει διαμορφωθεί η μνήμη ως σήμερα;
Όταν έγινε η Μικρασιατική Καταστροφή, τη δημόσια συζήτηση απασχολούσε κυρίως η ήττα και οι αιτίες της, καθώς και το τέλος της Μεγάλης Ιδέας. Η εμπειρία των προσφύγων δεν ήταν στο κάδρο της συζήτησης. Τις φορές που οι πρόσφυγες απασχολούσαν το δημόσιο λόγο, ήταν κυρίως στο πλαίσιο της ανάγκης αποκατάστασής τους. Αντιμετωπίζονταν ως το «προσφυγικό πρόβλημα». Αυτό σημαίνει ετεροκαθορισμός. Η εμπειρία των προσφύγων άρχισε να φωτίζεται σταδιακά και αρχικά στην περιφέρεια του σχετικού λόγου: Από τη συλλογή της πολιτισμικής παράδοσης των προσφύγων από την Μέλπω Μερλιέ (δουλειά που αποτέλεσε αργότερα τη μαγιά για τη δημιουργία του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών), την αποτύπωση του ξεριζωμού και της προσφυγικής εμπειρίας από τη λογοτεχνία και τη συμβολή των προσφυγικών περιοδικών – αν και, σε ό,τι αφορά τα τελευταία, περισσότερο αναδεικνύοντας το παρελθόν των προσφύγων, παρά μιλώντας στοχευμένα για την εμπειρία του ξεριζωμού και της προσφυγιάς.

 

Το μεγάλο άνοιγμα έγινε τη δεκαετία του 1960, με αφορμή τον εορτασμό των σαράντα χρόνων από τον Μικρασιατική Καταστροφή. Αποδίδουμε συνήθως το άνοιγμα της βεντάλιας σε ό,τι αφορά τον τρόπο που μνημονεύτηκε η Μικρασιατική Καταστροφή τότε στο γεγονός ότι στον εορτασμό αυτόν πρωτοστάτησε η Αριστερά. Σε αυτό το πλαίσιο για παράδειγμα εντάσσονταν τα μυθιστορήματα της Διδώς Σωτηρίου και οι προσεγγίσεις που αφορούσαν το πώς οι ευρωπαϊκές επεκτατικές πολιτικές συνέβαλαν στην ήττα. Αν και είναι αλήθεια ότι η συμβολή της Αριστεράς ήταν καθοριστική, η αλλαγή του αφηγήματος δεν οφείλεται μόνο σε αυτό. Στη δεκαετία του 1960 υπήρξε μια γενικότερη στροφή στην ιστορία των απλών ανθρώπων, στην μνήμη, στο πώς τα μεγάλα γεγονότα επηρέασαν τις ζωές των ανθρώπων. Και εδώ βέβαια η Αριστερά πρωταγωνίστησε, αλλά με διαφορετικό, πιο διευρυμένο τρόπο από ό,τι η πολιτική ένταξη αυτή καθ’ αυτή. Την ίδια περίοδο, για παράδειγμα, έγινε η κατεξοχήν δουλειά της συλλογής μαρτυριών από τους ερευνητές του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, με αποτέλεσμα η προσφυγική μνήμη να πάρει σάρκα και οστά από τις φωνές των απλών ανθρώπων.

Επιπλέον, είχε περάσει πια αρκετός καιρός από όταν έγινε η Καταστροφή. Οι προηγούμενες διαχωριστικές γραμμές είχαν πια ξεπεραστεί μέσα από την ταραγμένη δεκαετία του 1940, η πρώτη γενιά των προσφύγων είχα πια μεγαλώσει και σιγά σιγά παρέδιδε στη δεύτερη, και η μνήμη του ξεριζωμού και της εγκατάστασης μπορούσε να μπει σε ένα αφήγημα για ένα κοινό, εθνικό, παρελθόν. Άλλωστε η μετατροπή της σε πολιτισμική μνήμη, σε μνήμη δηλαδή που εκφραζόταν και διαχεόταν, όχι πια μόνο με προφορικές αφηγήσεις στο πλαίσιο της κοινότητας των προσφύγων, αλλά μέσα από την λογοτεχνία, τα τραγούδια, τις επετείους, τις εφημερίδες κλπ σε πολύ ευρύτερες ομάδες πληθυσμού, τη μετέτρεψε σταδιακά σε μνήμη που αφορούσε ολόκληρο το έθνος. Οι πρόσφυγες είχαν πια ενσωματωθεί. Άλλωστε, μόλις μια δεκαετία αργότερα, στην επέτειο των πενήντα χρόνων, είχε παγιωθεί το αφήγημα για τον τρόπο που οι πρόσφυγες συνέβαλαν στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και ιδιαίτερα από την δεκαετία του 1980 και έπειτα, ο τόνος της μνήμης άλλαξε. Μέχρι τότε η σχετική μνήμη είχε έναν τόνο εποποιίας: μιλούσε για το τιτάνιο έργο του κράτους που κατάφερε να αποκαταστήσει και να ενσωματώσει τόσους πρόσφυγες και για την καθοριστική συμβολή που είχαν οι πρόσφυγες στην οικονομική ανάπτυξη, αφού κατάφεραν να ξεπεράσουν τις αρχικές δυσκολίες και να προκόψουν. Αυτή ήταν μόνο η μία πλευρά. Στις γειτονιές και στα χωριά υπήρχε και η άλλη. Στα τοπικά πανηγύρια του αγίου προστάτη της γενέθλιας πόλης ή χωριού μαζεύονταν οι συντοπίτες που ήταν διασκορπισμένοι ανά την Ελλάδα και ξανα-θυμούνταν. Χόρευαν, τραγουδούσαν, καλλιεργούσαν τη μνήμη. Στη συνέχεια μετατράπηκε σε μια μνήμη τραυματική, οργανωμένη γύρω από τις έννοιες του τραύματος και της γενοκτονίας. Τραύμα βέβαια υπήρχε και πριν την περίοδο αυτή. Δεν αμφιβάλλει κανείς ότι ο δρόμος της προσφυγιάς και της αποκατάστασης δεν ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα. Ο ίδιος ο εκτοπισμός και ο ξεριζωμός, η βία που τον προκάλεσε αλλά και η ίδια η βία που εμπεριέχει ως εμπειρία, οι μακρές διαδρομές μέσα στην Μικρά Ασία μέχρι να φθάσουν στο ελληνικό κράτος, η διαδικασία της καραντίνας και της καταγραφής, η περιπλάνηση μέχρι την τελική εγκατάσταση και η διαδικασία της αποκατάστασης και της ενσωμάτωσης ήταν εμπειρίες δύσκολες, συχνά τραυματικές, ζυμωμένες με την απώλεια και την αβεβαιότητα. Όμως, δεν ήταν το τραύμα στο κέντρο του αντίστοιχου αφηγήματος – δεν ήταν αυτό που το χρωμάτιζε. Αν θέλουμε να διακρίνουμε ένα χαρακτηριστικό που έδινε τον τόνο, αυτό θα ήταν πιθανότατα η νοσταλγία – ο πόνος για ό,τι έμεινε πίσω και χάθηκε, η σύγκριση ενός εξωραϊσμένου παρελθόντος με ένα δύσκολο παρόν και ένα αβέβαιο μέλλον. Η νοσταλγία των προσφύγων και των μεταναστών δεν έχει μόνο την έννοια της επιθυμίας επιστροφής. Συχνά αποτελεί συναισθηματική διεργασία που επιτρέπει την επεξεργασία του παρελθόντος, την διατήρηση της ταυτότητας στις νέες συνθήκες, την εφεύρεση δρόμων προσαρμογής στη νέα κατάσταση χωρίς την απώλεια του εαυτού.

 

Το τραύμα ως οργανωτικό στοιχείο της ταυτότητας ήρθε αργότερα. Η στροφή απηχούσε την πολιτική συγκυρία της χώρας, με το Μακεδονικό του τέλους της δεκαετίας του 1980 και την υποδοχή των πρώτων προσφύγων από τα Βαλκάνια και τις πρώην ΕΣΣΔ. Απηχούσε όμως και μια ευρύτερη στροφή των πολιτισμικών και ιστορικών σπουδών προς την τραυματική μνήμη, ιδιαίτερα σε ιστορικά περιβάλλοντα όπου οι διέξοδοι και τα οράματα για το μέλλον έμοιαζαν να έχουν εκλείψει. Η νέα μνήμη για τους πρόσφυγες και το 1922 επέβαλε ένα καθεστώς αλήθειας σχετικά με το παρελθόν, υπαγόρευσε το πλαίσιο προσέγγισής του και θεσμοθετήθηκε στη Βουλή. Μετατράπηκε σε μνήμη πολιτική, πλαισιωμένη από πολιτικές τελετουργίες και σε έναν από τους κεντρικούς κόμβους της εθνικής μνήμης. Την ίδια στιγμή, παγιώνοντας το αφήγημα και τον τραυματικό του χαρακτήρα, αφαίρεσε τις δυνατότητες αναψηλάφισης της εμπειρίας και διερεύνησης όψεων του παρελθόντος που ενδεχομένως έχουν παρεμεληθεί.

 

Στην επέτειο των 100 χρόνων ίσως έχει έρθει η στιγμή να προχωρήσουμε πέρα από το τραύμα. Όχι για να υποτιμήσουμε τον τραυματικό χαρακτήρα της εμπειρίας, αλλά για να κατανοήσουμε το τι συνέβη και κυρίως για να δούμε πώς μπορούμε να σχετιστούμε με αυτήν την εμπειρία σήμερα. Συγκεκριμένα, υπάρχουν τρία σημεία στα οποία θα ήταν χρήσιμο να εστιάσουμε:

1) Το 1922 δεν αποτελεί εξαίρεση στην ιστορική του συγκυρία: Στη δημόσια μνήμη επιμένουμε να αντιμετωπίζουμε την Μικρασιατική Καταστροφή αποκομμένη από το ιστορικό της συγκείμενο. Από τη μια μεριά, αυτή η επιμονή μπορεί να εξηγηθεί από τον τρόπο που ιστορικοποιήθηκε ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος διεθνώς – σε γενικές γραμμές ως η τελευταία πράξη της μοντέρνας συγκρότησης των εθνικών κρατών. Και εδώ να σημειώσουμε πως ο ελληνοτουρκικός πόλεμος, όπως και μια σειρά άλλοι πόλεμοι που ξέσπασαν μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο, θεωρούνται πια ενταγμένοι στο μεγάλο γεγονός του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, με κοινή παραδοχή πως η ειρήνη δεν ήρθε παρά μόνο μετά το 1923. Οι πόλεμοι αυτοί παρήγαγαν πρόσφυγες. Βέλγοι κατέφυγαν στη Γαλλία, την Ολλανδία και την Αγγλία (1914-1915), Σέρβοι στην Κέρκυρα, την Κορσική και την Τυνησία (1915), Ρώσσοι στην κεντρική Ευρώπη, τα Βαλκάνια και την Αφρική μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, Αρμένιοι στην Μέση ανατολή και τη Ρωσία, τα Βαλκάνια ήταν επί ποδός από τους Βαλκανικούς πολέμους και μετά, οι εβραϊκές συνοικίες της Ανατολικής Ευρώπης χάθηκαν. Στα 13.000.000 υπολογίζονται οι πρόσφυγες. Πολλοί έχασαν τη ζωή τους στην πορεία και οι περισσότεροι δεν κατάφεραν να επιστρέψουν ποτέ στις εστίες τους, πληρώνοντας το τίμημα της διάλυσης των ιστορικών αυτοκρατοριών της Ευρώπης και της οργάνωσης του κόσμου σε εθνικά κράτη. Το να δούμε το διωγμό και την προσφυγιά των Μικρασιατών από αυτή την οπτική γωνία δεν αφαιρεί από το δράμα του ξεριζωμού. Αντίθετα, βοηθάει στο να την κατανοήσουμε στο ιστορικό της συγκείμενο, ως μια διαδικασία που συνόδευσε το τέλος μιας ιστορικής εποχής και μέσα από την οποία διαμορφώθηκαν οι πολιτικές οντότητες, οι ταυτότητες και οι θεσμοί με τους οποίους λίγο ως πολύ πορευόμαστε ως σήμερα.

2) Οι πρόσφυγες ως στοιχείο διαμόρφωσης του μοντέρνου κράτους:
Οι πρόσφυγες, παρά τις διαφορές τους κατά περίπτωση, αποτέλεσαν μια νέα κοινωνική κατηγορία σε διεθνές επίπεδο, συγκροτήθηκαν διεθνείς οργανισμοί για να αντιμετωπιστούν οι ανάγκες τους και η παρουσία τους έθεσε σε κίνηση μια σειρά από δομικές μεταρρυθμίσεις που μεταμόρφωσαν τις ευρωπαϊκές κοινωνίες σε όλα τους τα πεδία. Στα δικά μας, χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις της αγροτικής μεταρρύθμισης, της εργατικής νομοθεσίας, και της δημόσιας υγείας. Aκόμη περισσότερο όμως, η παρουσία τους συνέβαλλε καθοριστικά στη συγκρότηση του σύγχρονου εθνικού κράτους. Μπορεί η προσφυγική ιδιότητα να αποτέλεσε μοχλό ετεροκαθορισμού και να λειτούργησε ως φακός ομογενοποίησης στον τρόπο που αντιμετωπίστηκαν, την ίδια στιγμή όμως αποτέλεσε την πιο ισχυρή απόδειξη της εθνικής τους ταυτότητας – και για τους ίδιους και για τους ντόπιους. Η προσφυγική εμπειρία του μεσοπολέμου διέφερε από τις προηγούμενες: ο εκτοπισμός, ο ξεριζωμός, η εγκατάλειψη της πατρίδας προκειμένου να αποφευχθεί η βία δεν γινόταν προς αόριστη κατεύθυνση, αλλά προς τον τόπο που θεωρήθηκε πια ότι «ανήκουν» με βάση την εθνική τους ταυτότητα. Με την έννοια αυτή, οι προσφυγικές μετακινήσεις ήταν την ίδια στιγμή αποτέλεσμα της επικράτησης του εθνικού κράτους ως κυρίαρχης μορφής πολιτικής οργάνωσης και μοχλός συγκρότησής του στην κατεύθυνση της εθνικής ομοιογένειας.

3) Πώς θα διαμορφωθεί το αφήγημα της επετείου;
Αυτή τη στιγμή το αφήγημα του 1922 οργανώνεται γύρω από δύο γραμμές: η πρώτη αφορά την έννοια του τραύματος για την οποία μιλήσαμε – και η οποία έχει μετασχηματιστεί σε εθνικό τραύμα – και η άλλη σχετίζεται με την εποποιΐα της αποκατάστασης. Και οι δύο είναι σε μεγάλο βαθμό προσεγγίσεις από τα πάνω, διαμεσολάβηση της εμπειρίας των προσφύγων με προσθήκη πολιτικού προσήμου. Δεν υπάρχει βέβαια αδιαμεσολάβητη εμπειρία, ωστόσο, οι σύγχρονες ιστοριοργραφικές κατευθύνσεις, η κοινωνική και πολιτισμική ιστορία, η ιστορία του χώρου, η προφορική ιστορία, οι σπουδές μνήμης και η κοινωνική ανθρωπολογία, η συγκριτική και διεθνική ιστορία δίνουν νέες δυνατότητες μελέτης του φαινομένου. Γνωρίζουμε έτσι ότι η εποποιΐα της αποκατάστασης δεν είναι αυτό που περιγράφεται – γι’ αυτό άλλωστε και οι πρόσφυγες στελέχωσαν μαζικά την αριστερά και αργότερα, στην κατοχή, τις τάξεις του ΕΑΜ και γι’ αυτό στην επέτειο των 40 χρόνων γινόταν ακόμη λόγος για τις παραγκοπούλεις των προσφύγων. Ο καημός της προσφυγιάς, που επικράτησε ως όρος, αφορούσε όχι μόνο τη φυγή, αλλά και τα βάσανα των ανθρώπων στη νέα πατρίδα. Ούτε όλες οι εμπειρίες ήταν ίδιες: θα πρέπει να κοιτάξουμε παραμέτρους όπως το φύλο, ο τόπος εγκατάστασης, η κοινωνική τάξη, τα δίκτυα. Να γίνουν μελέτες για τον τρόπο που αντιλήφθηκαν τους εαυτούς τους οι πρόσφυγες και οι προσφύγισσες, για τη δυναμική μεταξύ των γενεών, για τη μεταμνήμη. Ακόμη και το τραύμα, να το δούμε όχι μόνο ως εθνικό, αλλά τις μορφές που παίρνει μέσα από τους τρόπους που συγκροτούνται στην καθημερινότητά τους τα κοινωνικά υποκείμενα – στις πολλαπλές τους διαστάσεις. Αυτές οι προσεγγίζεις χρειάζεται να μπολιάσουν τα νέα αφηγήματα της επετείου – αρκεί να βγουν από τον εξωτισμό της περιπτωσιολογίας και να συνδεθούν με τα μεγάλα ερωτήματα της ιστορίας.

 

Μπορείτε να παρακολουθήσετε όλη την εκδήλωση εδώ: