Με τον ίδιο καθολικό τρόπο που έχουν πρόσβαση στα δημόσια συστήματα Υγείας και Παιδείας μπορούμε να σκεφτούμε ένα μηνιαίο ποσόν για τους νέους και τις νέες από 19 έως και 25 ετών που ολοκληρώνουν κάθε είδους σπουδές και προσπαθούν να βρουν τη θέση τους όχι μόνο στην αγορά εργασίας αλλά στην ίδια τη ζωή.

Δημήτρης Καρέλλας*

Ο Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ στη ΔΕΘ εισηγήθηκε το πρόγραμμα «πρώτο ένσημο» για την αντιμετώπιση της ανεργίας των νέων 18 έως 29 χωρίς προηγούμενη εργασιακή εμπειρία. Μετά τις αρχικές ασάφειες, η μπίλια έκατσε στην ενίσχυση των άνεργων νέων με 100 ευρώ μηνιαίως επί 6 μήνες προσαύξηση στον όποιο μισθό καταφέρουν να βρουν. Το ίδιο ποσόν δίνει και στους εργοδότες, με τη γνωστή παράκληση (sic) να στηρίξουν το πρόγραμμα. Χωρίς δικλίδες ασφαλείας υπέρ των νέων (λ.χ. τι θα γίνει μετά το εξάμηνο), χωρίς άλλες υποχρεώσεις για τους εργοδότες.

Οι νεοεισερχόμενοι/ες στην αγορά εργασίας συνήθως αμείβονται με τον κατώτατο μισθό. Ταυτόχρονα, οι νέοι άνθρωποι είναι πιο «συγχρονισμένοι» με τις τρέχουσες απαραίτητες επαγγελματικές γνώσεις και μακράν ικανότεροι στην προσαρμογή σε ψηφιακές δεξιότητες που, μαζί με την όρεξη για δουλειά, διασκεδάζουν ή έστω περιορίζουν τους φόβους των εργοδοτών για μειωμένη παραγωγικότητα της εργασίας.

Γνωρίζοντας τη γενική συμπεριφορά των εργοδοτών και τον ισχύοντα νόμο Χατζηδάκη, εάν το «πρώτο ένσημο» λειτουργήσει ως έχει θα πρέπει να αναμένουμε αντικατάσταση μεγαλύτερων σε ηλικία και «ακριβότερων» εργαζόμενων με δικαιούχους του προγράμματος κι όχι μόνο για 6 μήνες, με αμοιβές κοντά στον κατώτατο μισθό και χωρίς δυνατότητες για προστασία από συλλογικές συμβάσεις (τριετίες, επιδόματα κ.λπ.).

Οποιαδήποτε κυβέρνηση δηλώνει ότι επιθυμεί να καταπολεμήσει την ανεργία, δεν έχει παρά να επιδιώξει τη μείωση του χρόνου εργασίας σε επίπεδα όπου οι θέσεις εργασίας να μπορεί να μοιραστούν σε όσους και όσες μπορούν να εργαστούν.

Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στο θέμα των νέων. Με το που τελειώνουν την οποιαδήποτε βαθμίδα εκπαίδευσης, βρίσκονται μπροστά στο χάος μιας αγοράς εργασίας – ζούγκλας. Το άγχος επιβίωσης τους αφαιρεί όχι μόνο τη δυνατότητα να αρνηθούν μια κακή, εξουθενωτική και κακοπληρωμένη, συχνά μαύρη, θέση εργασίας, αλλά ακόμα και τη δυνατότητα να σκεφτούν ψύχραιμα τις επιλογές τους. Αν πράγματι νοιαζόμαστε για τους νέους και τις νέες, οφείλουμε να τους δώσουμε τον χώρο και κυρίως τον χρόνο να διεκδικήσουν τη ζωή τους με καλύτερους όρους.

Με τον ίδιο καθολικό τρόπο που έχουν πρόσβαση στα δημόσια συστήματα Υγείας και Παιδείας, χωρίς ελέγχους, αποκλεισμούς και προϋποθέσεις, μπορούμε να σκεφτούμε ένα μηνιαίο ποσόν, παράδειγμα 400 ευρώ για 12 μήνες για τους νέους και τις νέες από 19 έως και 25 ετών που ολοκληρώνουν κάθε είδους σπουδές (δευτεροβάθμιας, τριτοβάθμιας, επαγγελματικής, τεχνολογικής) και προσπαθούν να βρουν τη θέση τους όχι μόνο στην αγορά εργασίας αλλά στην ίδια τη ζωή. Ο αριθμός τους κυμαίνεται σε 150.000 ετησίως, εκ των οποίων περίπου 85.000 είναι πτυχιούχοι ανώτατης εκπαίδευσης και κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών.

Ο ετήσιος προϋπολογισμός ενός τέτοιου μέτρου είναι 720 εκατομμύρια. Και πριν αναρωτηθούμε «πού θα βρούμε τα λεφτά», ας ξαναδούμε το θέμα αντικοινωνικών δημοσίων δαπανών, όπως, για παράδειγμα, των στρατιωτικών όπου ένα «Ραφάλ» κοστίζει μόνο για την αγορά του κοντά στα 90 εκατομμύρια.

Πρόκειται για το είδος των αναγκών που θέλει να καλύψει μια κοινωνία. Αλλά όταν επικαλούμαστε τις ελπίδες που εναποθέτουμε σε αυτό το τμήμα της κοινωνίας μας, ιδιαίτερα χτυπημένο από τις αλλεπάλληλες κρίσεις δέκα ετών, του οφείλουμε τουλάχιστον το δικαίωμα να σκεφτεί ψύχραιμα το μέλλον του.

Προγανώς, η παραπάνω πρόταση δεν είναι η μοναδική που μπορεί να υιοθετηθεί. Σε προηγούμενο άρθρο στην ίδια εφημερίδα είχα αναφερθεί στο πείραμα της Ν. Κορέας όπου στους νέους ανθρώπους που γίνονται 24 ετών χορηγείται, για ένα χρόνο, ένα Βασικό Εισόδημα, χωρίς όρους και προϋποθέσεις.

Με τα πρώτα αποτελέσματα να δείχνουν το αντίθετο απ’ ό,τι οι πολέμιοι της ιδέας πιστεύουν: περισσότερες ώρες εργασίας, προφανώς σε καλύτερες θέσεις, αύξηση ωρών για εκπαιδευτικά προγράμματα, καλύτερη διατροφή και υγεία με συνέπεια καλύτερη ψυχική υγεία, περισσότερος ελεύθερος χρόνος για ενασχόληση με το κοινωνικό σύνολο. Τα θέματα δηλαδή γύρω από το Καθολικό Βασικό Εισόδημα που συζητούνται διεξοδικά στο τριήμερο 21-23 Σεπτεμβρίου, δια ζώσης και διαδικτυακά, με γενικό τίτλο «Τοπικές Εμπειρίες με Παγκόσμια Σκέψη».

Σημείωση 1: Αλήθεια, τα 42 εκατομμύρια του «πρώτου ενσήμου» γιατί δεν πάνε για την τελείως ελεύθερη πρόσβαση στο Διαδίκτυο όλων των νέων; Πιο καθολικό και πιο δημοκρατικό είναι.

Σημείωση 2: Εχοντας την εμπειρία σχεδιασμού κοινωνικών προγραμμάτων που απαιτούν δύσκολους ελέγχους για τους υποψήφιους δικαιούχους, αναρωτιέμαι για το αν έχει μετρηθεί το διοικητικό κόστος εφαρμογής του προγράμματος.

*Πολιτικός επιστήμονας – πρώην γενικός γραμματέας Πρόνοιας/Κοιν. Αλληλεγγύης

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών