Ο Πάνος Κορφιάτης, πρώην Ειδικός Γραμματέας Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ), σχολιάζει το εργασιακό νομοσχέδιο υπογράφοντας μια νέα δημοσίευση του Ινστιτούτου Πουλαντζά, με τίτλο “Η τελευταία πράξη εναντία στον κόσμο της εργασίας; Αναλύοντας το νομοσχέδιο για τα εργασιακά”, την οποία μπορείτε να διαβάσετε όλη εδώ. Επιλέξαμε να δημοσιεύσουμε τη γνώμη του ως προς την πρόθεση της κυβέρνησης να μετατρέψει το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας σε ανεξάρτητη αρχή.

 

Η πρόθεση μετατροπής του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας σε ανεξάρτητη αρχή θα πρέπει να αξιολογηθεί συνολικά, με κριτήριο το πως συντελεί στον αποτελεσματικό έλεγχο της αγοράς εργασίας. Αυτό που διακυβεύεται δεν είναι η οργανωτική μορφή μιας δημόσιας υπηρεσίας, αλλά το επίπεδο της προστασίας των εργαζόμενων.

Μέχρι στιγμής τα δεδομένα είναι πολύ συγκεκριμένα: το κείμενο του νομοσχεδίου αναλώνεται σχεδόν αποκλειστικά στις αρμοδιότητες και τον τρόπο εκλογής του Διοικητή και του Συμβουλίου Διοίκησης. Αν ο σκοπός ήταν μια συνολική προσπάθεια αναβάθμισης του ΣΕΠΕ θα είχαμε μπροστά μας μια συνολική νομοθετική παρέμβαση στην κατεύθυνση της οργανωτικής και θεσμικής ενδυνάμωσής του. Αντίθετα έχουμε μια αιφνιδιαστική κίνηση, χωρίς διάλογο, ούτε καν σε υπηρεσιακό επίπεδο, μέσα από ένα ελλειπές και αποσπασματικό νομοθέτημα που επικεντρώνεται κυρίως στον τρόπο επιλογής του Διοικητή, χωρίς καμία ουσιαστική αναφορά στην ανάγκη για επιπλέον στελέχωση του νέου οργανισμού.

Αυτό που ξεχνά η κυβέρνηση, είναι πως το Σ.ΕΠ.Ε. δεν είναι εισπρακτικός μηχανισμός, όπως η ΑΑΔΕ, με την οποία η κυβέρνηση επιλέγει να συγκρίνει συνέχεια τον νέο οργανισμό. Είναι το βασικό μέσο για να εξασφαλιστούν τα δικαιώματα των εργαζομένων στην πράξη. Σαν τέτοιο, η αποστολή του από τη φύση της του επιβάλλει να λειτουργεί με κοινωνικό κριτήριο, υπέρ του αδύνατου. Εδώ προκύπτει η ουσιαστική διαφορά για τον ρόλο του: θα αρκείται στο να διεκπεραιώνει τα βασικά, τρέχοντας πίσω από την παραβατικότητα ή θα αποτελεί ενεργό παράγοντα παρέμβασης στην αγορά εργασίας, με σχέδιο και σαφή προσανατολισμό; Αν η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι οι πράξεις, μόνο η ήδη νομοθετημένη κατακόρυφη μείωση του ύψους των προστίμων – το σημαντικότερο μέσο για την αποτελεσματική δράση κάθε ελεγκτικού μηχανισμού –  αρκεί  για να κάνει σαφή την επιλογή της κυβέρνησης. Η ανεξάρτητη αρχή εξυπηρετεί ιδανικά μια επιλογή για ένα Σ.ΕΠ.Ε. περιορισμένης παρεμβατικότητας.

Επιπλέον, κινδυνεύει με οριστική ακύρωση ο κομβικός ρόλος που θα έπρεπε να έχει το Σώμα στον σχεδιασμό και στην εκπόνηση πολιτικών. Σε μια τόσο παραβατική αγορά εργασίας δεν μπορεί να νομοθετούνται μέτρα χωρίς ασφαλιστικές δικλείδες και προβλέψεις που να διασφαλίζουν την εφαρμογή τους στην πράξη. Το είδαμε άλλωστε τα προηγούμενα δύο χρόνια. Σειρά μέτρων, όπως οι αναστολές συμβάσεων χωρίς προδήλωση και η αναστολή δήλωσης ωραρίων «λόγω πανδημίας», που αγνοούσαν πλήρως τη διάσταση του ελέγχου, δημιούργησαν ένα διάτρητο πλαίσιο νομιμοποίησης της παρανομίας. Η  συσσωρευμένη γνώση για την πραγματική κατάσταση της αγοράς εργασίας και το πώς λειτουργεί στην πράξη η εργατική νομοθεσία είναι απαραίτητες για την άσκηση συγκροτημένης πολιτικής υπέρ των εργαζόμενων. Σε μια «απολίτικη» ανεξάρτητη αρχή, η σημερινή περιθωριοποίηση του Σ.ΕΠ.Ε. από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, είναι πολύ εύκολο να παγιωθεί.

Καθόλου ήσσονος σημασίας ζήτημα δεν είναι η μετάβαση από το «παλιό» στο «νέο» Σ.ΕΠ.Ε.. Η ασάφεια για το πότε θα γίνει και για τη δομή του οργανισμού αφήνουν σημαντικά ερωτηματικά. Δεν είναι γνωστή η κατανομή των οργανικών μονάδων, ενώ το σύνολο των Επιθεωρητών μπαίνει σε μια περίοδο αβεβαιότητας για τον μελλοντικό του ρόλο. Παράλληλα, η χρονική στιγμή έναρξης λειτουργίας της ανεξάρτητης αρχής είναι στη διακριτική ευχέρεια του Υπουργού Εργασίας. Με  τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις απαιτούνται ένα με δύο χρόνια για την εκπλήρωση των προαπαιτούμενων βημάτων. Αυτό συνεπάγεται μια μεταβατική περίοδο άγνωστης διάρκειας με τη συνεπακόλουθη χαλάρωση της δράσης και αδυναμίας ουσιαστικού προγραμματισμού του Σ.ΕΠ.Ε., τη στιγμή που η εργασία στην Ελλάδα θα περνάει τη δεύτερη μεγάλη κρίση της μετά το 2010. Ο κίνδυνος η Επιθεώρηση Εργασίας να αδρανήσει δια της μετάβασης τη στιγμή που είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαία, είναι παραπάνω από υπαρκτός.

Τα τελευταία χρόνια το ζήτημα του ελέγχου της αγοράς εργασίας αναδείχθηκε στη δημόσια συζήτηση. Και μόνο το ότι η ύπαρξη του ΣΕΠΕ και η δράση του έγινε ευρύτερα γνωστή μετατόπισε τα όρια στις σχέσεις εργαζόμενων–εργοδοτών. Η μετατροπή του σε ανεξάρτητη αρχή έρχεται να σηματοδοτήσει την απόσυρση του από τον δημόσιο χώρο. Πλέον, η εκάστοτε πολιτική εξουσία θα μπορεί να αποποιείται των ευθυνών της για το πώς εφαρμόζεται στην πράξη η εργατική νομοθεσία. Αντί να κινητοποιείται για να ανταποκριθεί στις ανάγκες και τις προσδοκίες των εργαζόμενων, θα τους παραπέμπει σε μια ακόμα ανεξάρτητη αρχή.

Συνοπτικά: Αναβάθμιση ενός ελεγκτικού μηχανισμού σημαίνει αναβαθμισμένοι πόροι, αναβαθμισμένες δομές και επαρκής στελέχωση. Και το σημαντικότερο: η δυνατότητα του Σ.ΕΠ.Ε. να δράσει αποτελεσματικά είναι ευθεία συνάρτηση της εργατικής νομοθεσίας που ελέγχει. Το παρόν νομοσχέδιο δεν ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις μιας πραγματικής αναβάθμισης του Σ.ΕΠ.Ε., ενώ επιπλέον αποδυναμώνει  αντί να ενισχύει την εργατική νομοθεσία. Το μόνο πραγματικό αποτέλεσμα είναι ότι από εδώ και πέρα ο Υπουργός Εργασίας δεν θα έχει την πολιτική ευθύνη για την λειτουργία της Επιθεώρησης Εργασίας. Είναι αυτός και ο πραγματικός σκοπός;

 


Κείμενα με παρόμοιο περιεχόμενο:

Δ. Καραγεωργόπουλος – ΓΣΕΕ: συνέντευξη με αφορμή το νομοσχέδιο Χατζηδάκη και την απεργιακή κινητοποίηση
ILO: Ο Covid-19 μειώνει τους μισθούς