Για τους ερευνητές της από-αποκιοποίησης, η κλιματική απορρύθμιση συνδέεται με την ιστορία των σκλάβων και της αποικιοκρατίας της δυτικής νεωτερικότητας. Σύμφωνα με τους ίδιους, ο καπιταλισμός έχει οικοδομηθεί πάνω σε μια οικονομία εξορύξεων και εντατικών μονοκαλλιεργειών που έχουν καταστρέψει τη βιοποικιλότητα.


Της verine Kodjo-Grandvaux

Μετάφραση: Βασιάννα Κωνσταντοπούλου


Μια μικρή φράση της Γκρέτα Τούνμπεργκ, της νεαρής Σουηδής που ηγείται του αγώνα ενάντια στην κλιματική καταστροφή, έχει πυροδοτήσει τις αντιδράσεις πολλών επικριτών της. Στις 9 Νοεμβρίου 2019, σε ένα άρθρο της με τίτλο «Γιατί διαδηλώνουμε ξανά», το οποίο συνυπέγραφε με άλλα δύο άτομα, υποστηρίζει ότι «η κλιματική κρίση δεν αφορά μόνο το περιβάλλον. Είναι μια κρίση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δικαιοσύνης και πολιτικής βούλησης. Τα συστήματα της αποικιοκρατικής, ρατσιστικής και πατριαρχικής καταπίεσης έχουν δημιουργήσει και τροφοδοτήσει αυτή την κρίση. Πρέπει να τα ξηλώσουμε». «Οι πολιτικοί μας εκπρόσωποι δεν μπορούν πλέον να υπεκφεύγουν των ευθυνών τους», συνεχίζει το κείμενο, επαναλαμβάνοντας ένα από τα βασικά επιχειρήματα της αντι-αποικιακής οικολογίας: η κλιματική κρίση είναι συνδεδεμένη με την ιστορία των σκλάβων και της αποικιοκρατίας της δυτικής νεωτερικότητας.

Οικονομία των εξορύξεων

Από τη δεκαετία του 1970, αφροαμερικανοί ερευνητές/τριες έχουν συνδέσει το ζήτημα του περιβάλλοντος με την αποικιοκρατία.

«Η πραγματική λύση στην περιβαλλοντική κρίση είναι η από-αποικιοποίηση των μαύρων», έγραφε o Νέιθαν Χαρ το 1970. Πέντε χρόνια αργότερα, ο κοινωνιολόγος Τέρι Τζόουνς μιλούσε για «οικολογία του άπαρτχαιντ». Αυτή η προσέγγιση αναπτύχθηκε κατά τη δεκαετία του 1990 από τους λατινοαμερικάνους στοχαστές της από-αποικιοποίησης, που βρίσκονταν στα αμερικανικά Πανεπιστήμια. Μεταξύ αυτών o Βάλτερ Μινόλο στο Πανεπιστήμιο Ντιουκ, ο Ραμόν Γκοσφογκέλ στο Μπέρκλεϊ και ο Αρτούρο Εσκομπάρ στο Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας.

Πρόσφατα στη Γαλλία, οι ερευνητές/ριες επιχειρούν να δείξουν ότι το εμπόριο των σκλάβων, η υποδούλωση, η κατάκτηση και η εκμετάλλευση των αποικιών επέτρεψε στον καπιταλισμό να οικοδομηθεί ως μια οικονομία εξορύξεων.

Αυτός ο καταστροφικός τρόπος κατοίκησης του πλανήτη είναι υπεύθυνος για την ανάδυση μιας νέας γεωλογικής εποχής οφειλόμενης στη βιομηχανική ανθρώπινη δραστηριότητα, η οποία ονομάστηκε ανθρωπόκαινος εποχή.

«Η πραγματική απαρχή της ανθρωπόκαινου εποχής είναι η ευρωπαϊκή κατάκτηση της Αμερικής. Αυτό το κεφαλαιώδες ιστορικό γεγονός, που υπήρξε δραματικό για τους αμερικανο-ινδιάνικους λαούς και θεμελίωσε την παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία, άφησε στην πραγματικότητα το αποτύπωμά του στη γεωλογία του πλανήτη μας. Η πρόσμειξη χλωρίδας και πανίδας του Παλαιού και του Νέου Κόσμου άλλαξε άρδην τον αγροτικό, βοτανολογικό και ζωολογικό χάρτη του πλανήτη, φέρνοντας εκ νέου κοντά μορφές ζωής που είχαν διαχωριστεί 200 εκατομμύρια χρόνια πριν, με τη διάσπαση της Παγγαίας και τη δημιουργία του Ατλαντικού Ωκεανού», γράφουν οι ερευνητές Κριστόφ Μπονέιγ και Ζαν Μπαπτίστ Φρεσό, στο βιβλίο τους «Το γεγονός της ανθρωπόκαινου: Η γη, η ιστορία και εμείς» (εκδόσεις Seuil, 2013), παραπέμποντας στις εργασίες των βρετανών γεωγράφων Σιμόν Λιούις και Μαρκ Μάσλιν.

Για τους στοχαστές της από-αποικιοποίησης, δεν είναι ο άνθρωπος ως τέτοιος που ευθύνεται για την κλιματική αλλαγή, αλλά ένας συγκεκριμένος τύπος ανθρώπινης δραστηριότητας που συνδέεται με τον δυτικό καπιταλισμό. Σε αυτό το πλαίσιο, υποστηρίζουν ότι η τρέχουσα κλιματική κρίση είναι μια άμεση συνέπεια της αποικιακής ιστορίας.

Οι πληθυσμοί λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών δεν ευθύνονται για αυτό, αλλά είναι τα πρώτα θύματα. Μια μελέτη που δημοσιεύτηκε τον Μάιο του 2019 στο αμερικανικό περιοδικό PNAS δείχνει, σύμφωνα με τον κλιματολόγο Νόα Ντιφενμπάου, ότι «η πλειονότητα των φτωχών χωρών του πλανήτη είναι πολύ πιο φτωχές από ό,τι θα ήταν αν δεν υπήρχε η υπερθέρμανση του πλανήτη. Την ίδια στιγμή, η πλειονότητα των πλούσιων χωρών είναι πολύ πιο πλούσιες από ό,τι επίσης θα ήταν».

«Καλλιεργειόκαινος»

Προκειμένου να καταδείξουν τις ρίζες που έχει η κλιματική απορρύθμιση στην ιστορία των σκλάβων και της αποικιοκρατίας, οι ερευνήτριες/ές Ντόνα Χάραγουεϊ, Νιλς Μπουμπάντ και Άννα Τσινγκ, δημιούργησαν την έννοια της «καλλιεργειόκαινου εποχής».

«Αυτή η έννοια περιγράφει την καταστροφική μετατροπή διαφόρων βοσκοτοπιών, καλλιεργειών και δασών σε εξαγωγικές και κλειστές καλλιέργειες, που στηρίζονταν στην εργασία σκλάβων και σε άλλες μορφές εργασίας βασισμένων στην εκμετάλλευση, την αλλοτρίωση και συχνά στον χωρικό εκτοπισμό», εξηγούσε το 2019 η Ντόνα Χάραγουεϊ, σε μια συνέντευξή της στη Monde.

Επιπλέον, μας υπενθυμίζει ότι «αυτά τα μεγάλης κλίμακας μοντέλα καλλιεργειών προηγήθηκαν του βιομηχανικού καπιταλισμού και επέτρεψαν την ανάπτυξή του, βασιζόμενα στη συσσώρευση πλούτου στην πλάτη ανθρώπινων όντων που είχαν μετατραπεί σε σκλάβους. Από τον 15ο έως τον 19ο αιώνα, οι καλλιέργειες ζαχαροκάλαμου στη Βραζιλία, και στη συνέχεια στην Καραϊβική, συνδέθηκαν στενά με την ανάπτυξη του μερκαντιλισμού και της αποικιοκρατίας».

Μαζικές αποψιλώσεις δασών

Η εγκατάσταση εντατικών μονοκαλλιεργειών, που καταστρέφουν τη βιοποικιλότητα και αποδυναμώνουν τον πλούτο του εδάφους, πραγματοποιήθηκε μέσα από μαζικές αποψιλώσεις δασών, Οι συνέπειες στην Καραϊβική είναι σήμερα ιδιαίτερα δραματικές. Στη μελέτη του με τίτλο «Μια από-αποικιακή οικολογία» (Seuil, 2019), ο Μακόλμ Φερντινάντ, μηχανικός περιβάλλοντος και ερευνητής στο CNRS, εξηγεί ότι η «καλλιεργειόκαινος» επιτρέπει να μελετήσουμε εντός του πλαισίου και να ιστορικοποιήσουμε την ανθρωπόκαινο, με τέτοιο τρόπο που οι «γενοκτονίες των αμερικανο-ινδιάνικων πληθυσμών, η υποδούλωση των Αφρικανών αλλά και οι αντιστάσεις τους, μπορούν να γίνουν αντιληπτές μέσα από το πρίσμα της γεωλογικής ιστορία της Γης και των εποχών».

Σύμφωνα με τον ίδιο, η άλλη πλευρά των εντατικών καλλιεργειών είναι «η πολιτική της εκφόρτωσης» –που αναφέρεται στη μεταφορά σκλάβων– κατά την οποία μια μειονότητα απομυζά τη ζωτική ενέργεια μια πλειονότητας και παράγει υλικά, κοινωνικά και πολιτικά τον «νέγρο», έναν άνθρωπο που συρρικνώνεται στη σωματική του ενέργεια ως ένα «εβένινο ξύλο» ή ένα εργαλείο μετασχηματισμού του εδάφους.

Σημαδεμένη από «μια διπλή ρωγμή, περιβαλλοντική και αποικιακή», η νεωτερικότητα ενσάρκωσε ένα «αποικιακό κατοικείν» που δημιούργησε μια «Γη χωρίς κόσμο», σημειώνει ο Μαλκόλμ Φερντινάντ. Από τη μια πλευρά, υπάρχει ένας κυρίαρχος πληθυσμός, αυτός της Δύσης. Και από την άλλη, κυριαρχούμενοι πληθυσμοί, θεωρούμενοι ως υπεράριθμοι και άξιοι εκμετάλλευσης κατά βούληση.

Αυτός ο διαχωρισμός ανάμεσα στη «ζώνη του είναι» και στη «ζώνη του μη είναι» παραμένει ενεργή χάρη σε μια οικονομία εξορύξεων, εντατικών μονοκαλλιεργειών και καταστροφών των οικοσυστημάτων, που βαθαίνουν τις χωρικές ανισότητες: εκμεταλλευόμαστε τη γη και τα εδάφη για την κατανάλωση και την ευχαρίστηση πληθυσμών που βρίσκονται κάπου πολύ μακριά.

«Από τη δεκαετία του 1970», εξηγεί ο Μαλκόλμ Φερντινάντ στη Monde, «οι αφροαμερικανοί ερευνητές έχουν διαπιστώσει ότι τα τοξικά απόβλητα τοποθετούνται κοντά στις γειτονιές των μαύρων κοινοτήτων. Ονόμασαν αυτή την άνιση έκθεση φυλετικοποιημένων κοινοτήτων σε περιβαλλοντικούς κινδύνους “περιβαλλοντικό ρατσισμό”».

Ένα παράδειγμα είναι ο διάδρομος πετροχημικών εγκαταστάσεων ανάμεσα στο Μπατόν Ρουζ και τη Νέα Ορλεάνη (Λουιζιάνα), που έχει πάρει το όνομα Cancer Alley, όπου ζουν κατά πλειοψηφία μαύροι πληθυσμοί, που εγκαταστάθηκαν εκεί από την εποχή της δουλείας, όντας περιχαρακωμένοι σε μια ζώνη όπου τα ποσοστά καρκίνου είναι συχνά 60 φορές υψηλότερα από τον εθνικό μέσο όρο. Ο Μαλκόλμ Φερντινάντ υπενθυμίζει, επίσης, ότι στη Γαλλία οι πυρηνικές δοκιμές δεν πραγματοποιήθηκαν στη μητρόπολη, αλλά στην Αλγερία και την Πολυνησία.

Ο ίδιος ερευνητής υπογραμμίζει ότι η μόλυνση στη Μαρτινίκα και τη Γουαδελούπη από το παρασιτοκτόνο που χρησιμοποιούσαν στις καλλιέργειες εξαγόμενων μπανανών εγγράφεται σε μια «αγροτική διαδικασία την οποία στήριζε ένας μικρός αριθμός ατόμων που ανήκαν στις κρεόλικες οικογένειες, οι οποίες είχαν δεσμούς με τους πρώτους αποικιοκράτες ιδιοκτήτες δούλων στις Αντίλλες».

«Ο δρόμος της από-αποικιοποίησης επιτρέπει την υπέρβαση της διπλής ρωγμής, αποικιακής και περιβαλλοντικής. Η από-αποκιοποίηση ενδιαφέρεται να θεμελιώσει έναν κόσμο πιο ισότιμο, πιο δίκαιο, και για αυτό ενδιαφέρεται για τους χώρους που έχουν τεθεί σε σιωπή», εξηγεί ο ερευνητής.

Αυτό είναι ένα από τα αξιώματα της από-αποικιακής οικολογίας: η επανανοηματοδότηση άλλων –συχνά αρχέγονων– τρόπων κατοίκησης του κόσμου, που καταστράφηκαν από την αποικιοκρατία· με τον κίνδυνο μιας φολκλοροποίησης ή μιας εξιδανίκευσής τους.

[…]

Απόσπασμα από το άρθρο που δημοσιεύτηκε στη Monde, στις 24 Ιανουαρίου 2020.

Μπορείτε να βρείτε το αρχικό άρθρο εδώ