Τις τελευταίες εβδομάδες, υπήρξαν ορισμένες αξιοσημείωτες εξελίξεις σε σχέση με την προμήθεια πιθανών εμβολίων κατά της ασθένειας COVID-19. Στις 3 Ιουνίου, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ολλανδία και η Ιταλία ανακοίνωσαν τη σύσταση της Συμμαχίας Συμπεριληπτικών Εμβολίων (IVA) προκειμένου να διαπραγματευτούν με φαρμακευτικές εταιρείες για την προμήθεια πιθανού εμβολίου. Μόλις δέκα ημέρες αργότερα, αυτές οι τέσσερις χώρες ανακοίνωσαν γρήγορα ότι υπέγραψαν συμφωνία με την AstraZeneca (AZ), μια φαρμακευτική εταιρεία αγγλο-σουηδικών συμφερόντων, για τη σταδιακή προμήθεια 300-400 εκατομμυρίων δόσεων στην ΕΕ σε «τιμή κόστους». Άλλες χώρες ενθαρρύνονταν να ενταχθούν στη συμφωνία «υπό τους ίδιους όρους με τα μέλη της συμμαχίας» εφόσον το επιθυμούν. Επιπλέον, η IVA κατέστησε σαφές ότι, λόγω όλων των ανησυχιών που σχετίζονται με τους ιούς, η συμφωνία με την AstraZeneca δεν θα ήταν αποκλειστική και ότι η Συμμαχία θα βρίσκεται σε συνομιλίες και με άλλες φαρμακευτικές.

 

Το συμβόλαιο με την AstraZeneca ανακοινώθηκε την παραμονή της δημοσιοποίησης της στρατηγικής για τα εμβόλια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ένα από τα κύρια εργαλεία που προβλέπονται στη στρατηγική είναι η χρήση κεφαλαίων που θα χρησιμοποιηθούν ως προκαταβολή στο πλαίσιο των Προκαθορισμένων Συμφωνιών Αγοράς για πολλά υποσχόμενα προϊόντα έναντι του κορωνοϊού.

Είτε μέσω της Συμμαχίας IVA, είτε της πρωτοβουλίας συγκεντρωτικών προμηθειών που βασίζεται στην Επιτροπή, πληρώνοντας εκ των προτέρων, οι κυβερνήσεις δεσμεύονται σήμερα να μοιραστούν το ρίσκο της διαδικασίας ανάπτυξης και παρασκευής εμβολίων με τη βιομηχανία. Αυτό σημαίνει, απλά, ότι η δημόσια χρηματοδότηση θα χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη των περισσότερων απωλειών, που ενδέχεται να υποστούν οι φαρμακευτικές εταιρείες, σε περίπτωση αποτυχημένων προϊόντων. Αυτό που λαμβάνουν οι κυβερνήσεις σε αντάλλαγμα είναι ένα είδος κουπονιού προτεραιότητας που τους προσφέρει προνομιακή πρόσβαση και το δικαίωμα να αγοράζουν “πολλά υποσχόμενα” προϊόντα στο μέλλον όταν / εάν αυτά λάβουν έγκριση. Καταφέρνουν να «πάρουν κεφάλι από όσες χώρες περιμένουν στην ουρά», γεγονός που φαίνεται να είναι η κορυφαία πολιτική προτεραιότητα αυτή τη στιγμή για τις Βρυξέλλες και πολλές πρωτεύουσες της ΕΕ στον παγκόσμιο αγώνα και τον ανταγωνισμό για τη θεραπεία της COVID-19.

Η διαδικασία από κοινού προμήθειας μεταξύ των χωρών είναι αναμφισβήτητα ο σωστός τρόπος να προχωρήσουμε, δεδομένης της ιδιαιτερότητας μιας πανδημίας και των περιπλοκών της αγοράς εμβολίων. Ως εκ τούτου, η ΕΕ συνεισφέρει σαφώς προστιθέμενη αξία και η σύγκλιση των δύο πρωτοβουλιών είναι αναπόφευκτη, ειδικά επειδή η ευρωπαϊκή αγορά δεν είναι αρκετά μεγάλη για δύο ανταγωνιστικές πρωτοβουλίες ως προς τις δημόσιες συμβάσεις. Ωστόσο, υπάρχει πραγματικός κίνδυνος σπατάλης σημαντικών δημοσίων επενδύσεων.

 

Ο κόσμος ως σοφός επενδυτής, όχι ως παθητικός δωρητής

Λαμβάνοντας υπόψη τη μαζική κινητοποίηση δημόσιων επενδύσεων και πόρων για την κατανομή του κινδύνου με τους κατασκευαστές φαρμακευτικών προϊόντων, μειώνοντας παράλληλα την ευθύνη παραγωγής εμβολίων κατά του κορωνοϊού, η ΕΕ στο σύνολό της πρέπει να ενεργήσει ως σοφός επενδυτής και όχι ως παθητικός δωρητής. Πρέπει να λάβει μέτρα για να εξασφαλίσει μια δίκαιη απόδοση σε αυτήν την ουσιαστική και πολύπλευρη δημόσια υποστήριξη, επισυνάπτοντας όρους δημοσίου συμφέροντος.

Πολιτική εξασφάλισης ή λευκή επιταγή;

Πρέπει να επικροτήσουμε το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχεδίασε κοινή στρατηγική για να λύσει το αίνιγμα του εμβολίων για την COVID-19. Τα κράτη μέλη θα πρέπει καλύτερα να παραμείνουν ενωμένα καθώς οι φαρμακευτικές εταιρείες θα προσπαθήσουν για άλλη μια φορά να ανταγωνιστούν μεταξύ τους, προσφέροντας αυτό που ισχυρίζονται ότι είναι η καλύτερη δυνατή συμφωνία. Ως εκ τούτου, αυτή η “πολιτική εξασφάλισης”, όπως περιγράφεται από την Επιτροπή στη στρατηγική, δεν πρέπει να μετατραπεί σε λευκή επιταγή για τις φαρμακευτικές εταιρείες.

 

Για το σκοπό αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη πρέπει:

  1. Να κινηθούν με απόλυτη διαφάνεια σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις των προμηθειών, του συστήματος διαπραγμάτευσης και διακυβέρνησης, τις συμβάσεις με τις εταιρείες, το χρονοδιάγραμμα πληρωμών, την επιλογή υποψηφίων εμβολίων και τις αρχές κατανομής και διανομής τους.
  2. Να εγγυηθούν προσιτές τιμές για όλα τα τελικά προϊόντα που αφορούν την ασθένεια COVID-19, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την πολυεπίπεδη συμβολή του δημοσίου στη διαδικασία έρευνας και ανάπτυξης (Ε&Α). Η προσιτή τιμή πρέπει να διασφαλιστεί λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο το πλαίσιο και το χρονοδιάγραμμα των διαπραγματεύσεων αλλά και την ευρύτερη συμβολή της δημόσιας χρηματοδότησης και δεν πρέπει να αφεθεί στην ερμηνεία των εταιρειών.
  3. Να περιγράψουν με σαφήνεια τις διατάξεις περί ευθύνης σε περίπτωση που τα πράγματα δεν πάνε καλά (ασφάλεια του ασθενούς και παρενέργειες). Οι εταιρείες πρέπει να επωμιστούν το μεγαλύτερο μέρος αυτής της ευθύνης.
  4. Να προσφερθεί η δυνατότητα επιλογής και επιστροφής χρημάτων στα κράτη μέλη που ίσως αποφασίσουν να μην αγοράσουν το εμβόλιο για λόγους που αφορούν αλλαγή στο επιδημιολογικό τους προφίλ.
  5. Να μην γίνουν αποδεκτές απαιτήσεις των φαρμακευτικών εταιρειών για οικονομική υποστήριξη με σκοπό να αυξηθεί η παραγωγική τους ικανότητα ως προς την ονομαστική τους αξία. Τυχόν αιτήματα της βιομηχανίας για οικονομικά ή άλλα κίνητρα και ανταμοιβές προς αυτήν την κατεύθυνση θα πρέπει να επαληθεύονται από ανεξάρτητη αρχή και να αξιολογούνται από συγκεκριμένους δείκτες απόδοσης.
  6. Να υπάρξει διαβεβαίωση ότι το ρυθμιστικό πλαίσιο δεν τίθεται σε κίνδυνο κατά την έγκριση μελλοντικών προϊόντων. Μόνο ασφαλή και αποτελεσματικά προϊόντα πρέπει να λάβουν έγκριση κυκλοφορίας. Η μέγιστη διαφάνεια δεδομένων κλινικών δοκιμών πρέπει να διασφαλίζεται από τους ρυθμιστικούς φορείς για τυχόν εγκεκριμένα προϊόντα που σχετίζονται με την ασθένεια COVID-19.
  7. Να καταγραφεί λεπτομερώς πώς θα χρησιμοποιηθούν οι προκαταβολές, από ποιους και για τι ακριβώς (θα χρησιμοποιηθούν τα χρήματα αποκλειστικά για έρευνα και ανάπτυξη που αφορά την COVID-19😉 και τι θα συμβεί με αυτή τη χρηματοδότηση σε περίπτωση μη ολοκλήρωσης ή φθοράς.
  8. Να εισαχθούν προβλέψεις για επιστροφές χρημάτων και εκπτώσεις.
  9. Να περιγραφεί ο τρόπος που οι διακυβερνητικές πρωτοβουλίες (όπως η Συμμαχία IVA) και οι ήδη ανακοινωμένες συμφωνίες (όπως αυτή με την AstraZeneca) θα συγχωνευθούν με τα σχέδια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Είναι σαφές ότι υπό το φως της κλίμακας της κρίσης, οι εθνικές κυβερνήσεις και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή βρίσκονται υπό πίεση να δράσουν. Με αυτόν τον τρόπο, θα πρέπει να είναι προσεκτικοί για να μην κάνουν κινήσεις στο σκοτάδι. Οι φαρμακοβιομηχανίες από την άλλη πλευρά αρέσκονται να συνεργάζονται με τις κυβερνήσεις, ενοποιώντας τον δρόμο των συμπράξεων δημόσιου-ιδιωτικού τομέα, έχοντας κατά νου να μοιραστούν το επενδυτικό ρίσκο της ανάπτυξης φαρμάκων, πέρα ​​από την παρούσα κρίση του κορωνοϊού. Από τη στιγμή που ξεκίνησε η έκτακτη ανάγκη για τη δημόσια υγεία χτυπούν τις πόρτες τόσο των εθνικών κυβερνήσεων όσο και των θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Όπως επιβεβαιώνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, έγιναν πολλές συζητήσεις με τις φαρμακευτικές ενώσεις καθώς και με μεμονωμένες εταιρείες. Η φαρμακοβιομηχανία είναι όντως μέρος της λύσης, αλλά δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει την ατζέντα του κέρδους που έχει ο επιχειρηματικός τομέας και τις σημαντικές οικονομικές ευκαιρίες που παρουσιάζει η ασθένεια COVID-19 για τη βιομηχανία. Επιπλέον, υπάρχει πολύ μικρή διαφάνεια στις προτάσεις που ο κλάδος έχει υποβάλει και σε όσα έχουν συζητηθεί και συμφωνηθεί μέχρι στιγμής. Συνολικά, όσον αφορά τη θεραπευτική αγωγή για την COVID-19 (είτε πρόκειται για θεραπείες είτε για εμβόλια), η υποσχόμενη επιστήμη και η κερδοσκοπία πρέπει να προσεγγίζονται με προσοχή. Σε διαφορετική περίπτωση, διακινδυνεύουμε μια πολύ πιο επικίνδυνη και ακριβή επανάληψη του φιάσκο με το Tamiflu.

 


* Ο Γιάννης Νάτσης είναι υπεύθυνος πολιτικής για την πρόσβαση στο φάρμακο της European Public Health Alliance (EPHA) και μέλος του διευθυντικού συμβουλίου του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων σε μια από τις θέσεις που καλύπτονται από ασθενείς ή κοινωνία πολιτών.


Μετάφραση από την αρχική δημοσίευση στα αγγλικά της European Public Health Alliance: Pressenza Athens.


Θέματα με παρόμοιο περιεχόμενο:

Γιάννης Νάτσης: η πρόσβαση στο φάρμακο είναι σήμερα θέμα κοινωνικής δικαιοσύνης και συνοχής

Γιώργος Παπανικολάου: η ανοιχτότητα μας προστατεύει από την κακής ποιότητας επιστήμη