Στη Χιλή συναντάται μία ξεχωριστή πολιτική περίοδος, όπου μία δεξιά κυβέρνηση, για να προχωρήσει, πρέπει να προωθήσει μία ατζέντα που δεν της ταιριάζει καθόλου. Κάτω από την πρώτη διακυβέρνηση Piñera (2010-14), ο τότε γερουσιαστής Longueira, προτού διοριστεί υπουργός, τον κατηγόρησε ότι ήταν ένα είδος πέμπτης θητείας της Concertación. Τώρα, από τους δικούς του υποστηρικτές, δεν είναι λίγοι αυτοί που επιβεβαιώνουν ότι εφαρμόζει πολιτικές που ταιριάζουν περισσότερο στη σημερινή αντιπολίτευση.

Ας δούμε μερικά παραδείγματα που αποδεικνύουν του λόγου το αληθές: αρχικά, εκείνο που σχετίζεται με την ταυτότητα φύλου, το θέμα της ανοιχτής σύγκρουσης στην Araucania και τέλος αυτό της «ζώνης θυσίας» στο Quintero-Puchuncaví, της περιοχής Valparaiso. To νομοσχέδιο που αναγνωρίζει και προστατεύει την ταυτότητα φύλου που προωθήθηκε από την κυβέρνηση Piñera, εγκρίθηκε από τη Γερουσία χάρη στην υποστήριξη της αντιπολίτευσης και παρά την απόρριψη της πλειοψηφίας των γερουσιαστών του κυβερνητικού συνασπισμού, ιδιαίτερα της Εθνικής Ανανέωσης (RN) και της Ανεξάρτητης Δημοκρατικής Ένωσης (UDI).

To προαναφερθέν γίνεται αντιληπτό ως ένα έργο που προωθήθηκε από την αριστερά, η οποία στο παρελθόν δεν κατάφερε να το κάνει να εγκριθεί, εξαιτίας της απόρριψης από την πλειοψηφία στο εσωτερικό της δεξιάς και το οποίο όμως τώρα γίνεται αποδεκτό. Γύρισε ο κόσμος ανάποδα, όπως θα έλεγαν μερικοί.

Για το λόγο αυτό, ο José Antonio Kast, πρώην υποψήφιος πρόεδρος και ηγέτης του UDI και σημερινός υποστηρικτής ενός ακροδεξιού κινήματος, κατηγορεί την κυβέρνηση ότι προωθεί την ατζέντα της αριστεράς. Η διάθεση αντιπολίτευσης από ένα τομέα της δεξιάς είναι τόση, που θα προσπαθήσουν να προσφύγουν στο Συνταγματικό Δικαστήριο, εκεί δηλαδή που καταφεύγουν όταν τα πράγματα δεν πηγαίνουν όπως τους αρέσει.

Η άλλη περίπτωση σχετίζεται με το πρόβλημα που επηρεάζει την Araucanía, όπου η δεξιά πάντοτε ασκούσε κριτική στις κυβερνήσεις για την ανικανότητα τους να εξαλείψουν τη βία και ειδικότερα για τις πολιτικές συμφιλίωσης και την απουσία προληπτικών μέτρων κατά των βιαιοπραγιών.

Μεγάλο μέρος των επιχειρημάτων τόσο σε εθνικό επίπεδο, όσο και σχετικά με τη ζώνη της Araucanía, παραθέτει την ανάγκη της αύξησης του επιπέδου των μέτρων ασφαλείας μέσω της αύξησης της αστυνομικής παρουσίας, ενθαρρύνοντας την ανάγκη αποστολής στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή. Αντιθέτως σήμερα, έξι μήνες μετά την ανάληψη καθηκόντων από την καινούρια κυβέρνηση, επιδιώκει να αναλάβει έναν εξομαλυντικό ρόλο, προσπαθώντας να πετύχει συμφωνίες με τους διάφορους εμπλεκόμενους σε αυτό που αποκαλείται Plan Impulso Araucanía. Αυτό το σχέδιο, τουλάχιστον επί χάρτου, μοιάζει περισσότερο με μία συνέχεια των δράσεων που είχαν υιοθετήσει προηγούμενες κυβερνήσεις που επιζητούσαν να τονώσουν την ανάπτυξη και να εγκαθιδρύσουν την ειρήνη στην περιοχή μέσω μίας νομισματικής «ένεσης», στη λογική του ότι με το χρήμα μπορείς να αγοράσεις την ειρήνη.

Η άλλη καινοτομία σε αυτό το ζήτημα είναι η ανακοίνωση αυτού που πάντοτε η αριστερά προσπαθούσε να προωθήσει χωρίς μεγάλη επιτυχία εξαιτίας της επίμονης αντιπολίτευσης από τη δεξιά: τη συνταγματική αναγνώριση των αυτοχθόνων λαών. Και τώρα θα πρέπει να προτείνει και μία αλλαγή στο σύνταγμα. Δεν είναι λίγοι οι δεξιοί βουλευτές που θα αναγκαστούν να ρίξουν τη μύτη τους.

Και για να ολοκληρώσουμε, έχουμε την ανοιχτή διαμάχη για την πέμπτη περιοχή, όπου πολλαπλασιάζονται οι περιπτώσεις δηλητηρίασης, οι κλήσεις έκτακτης ανάγκης και προειδοποιήσεις για την υγεία από όλους τους χρωματισμούς, λόγω της – προερχόμενης από βιομηχανικές πηγές – μόλυνσης. Εντωμεταξύ η κυβέρνηση μοιάζει να κατηγορεί στα τυφλά και με την πρώτη ευκαιρία τις κρατικές εταιρείες (ENAP, CODELCO), αλλά και όπου εμπλέκονται, τις ιδιωτικές εταιρείες. Αν και αυτό είναι κάτι που συμβαίνει εδώ και δεκαετίες, πρόκειται για ένα πρόβλημα που απορρέει από την έλλειψη κανονισμών, συγκεκριμένων τιμών για τα όρια εκπομπών που θα καθιστούν συμβατή τη ζωή των ανθρώπων με τη δραστηριότητα των βιομηχανικών επιχειρήσεων. Και αυτή που πάντα αντιστέκονταν στην επιβολή αυτών των κανονισμών, ήταν η δεξιά. Η ίδια, στης οποίας τα χέρια εκρήγνυται αυτή η πραγματικότητα και έτσι αναγκάζεται να περιορίσει τις παραγωγικές δραστηριότητες στην επονομαζόμενη «ζώνη της θυσίας».

Αργότερα, θα υπερηφανεύονται ότι κατά τη διάρκεια της δικής τους διακυβέρνησης ψηφίστηκε ο νόμος για την ταυτότητα φύλου, ενσωματώθηκε στο σύνταγμα η αναγνώριση των αυτοχθόνων λαών και θεσπίστηκαν οι περιορισμοί για την ειρηνική συνύπαρξη των εταιρειών και μία αξιοπρεπή ζωή για όσους ζουν γύρω από αυτές. Όλα αυτά με την υποστήριξη της αριστεράς. Ωστόσο, επιμένουν ότι η αντιπολίτευση «αρνείται το νερό και το αλάτι» από την κυβέρνηση.

———-
Μετάφραση από τα ισπανικά για την ελληνική Pressenza: Θοδωρής Διαμαντόπουλος.