Από τις αρχές Ιανουαρίου, ένα κύμα μαζικών διαδηλώσεων ενάντια στα μέτρα λιτότητας και την αύξηση της φορολογίας έχει ξεσπάσει στην Τυνησία, με αφορμή τον νέο προϋπολογισμό της κυβέρνησης. Σε πολλές πόλεις της χώρας, οι διαδηλώσεις αντιμετωπίστηκαν με σκληρή καταστολή, ένας διαδηλωτής έχασε τη ζωή του και εκατοντάδες συνελήφθησαν. Μπροστά στη συνεχιζόμενη δυσαρέσκεια και στην ένταση της καταστολής, διεθνείς αναλυτές εκφράζουν ανησυχία για την πολιτική σταθερότητα στην Τυνησία, επτά χρόνια μετά την «Επανάσταση των Γιασεμιών» και την πτώση του δικτάτορα Μπεν Άλι.

Ο ιστορικός Χαμπίμπ Καζνταγκλί, Πρόεδρος της Σχολής Γραμμάτων, Τεχνών και Ανθρωπιστικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Μανούμπα, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Manifesto αναλύει όσα διαδραματίζονται αυτή τη στιγμή στην Τυνησία. Ο Χαμπίμπ Καζνταγκλί είναι συγγραφέας μιας σειράς μελετών για τη σύγχρονη ιστορία της Τυνησίας, τα κομμουνιστικά κινήματα του Μαγκρέμπ και την ιστορία των εθνικών μειονοτήτων στη χώρα.

 

Συνέντευξη στον Stefano Mauro, δημοσιεύτηκε στο Manifesto, στις 13 Ιανουαρίου 2018

 

Επτά χρόνια μετά την επανάσταση που έριξε τον δικτάτορα Μπεν Άλι, πού βρίσκεται σήμερα η τυνησιακή πολιτική μετάβαση;
Μετά την εκδίωξη του Μπεν Άλι, η χώρα μπήκε σε ένα νέο στάδιο της δημοκρατικής ιστορίας της, το οποίο εξελίσσεται ακόμα, επτά χρόνια μετά από εκείνα τα γεγονότα.
Πρέπει να θυμηθούμε ότι κι άλλες χώρες –η Αίγυπτος, η Υεμένη, το Μπαχρέιν, η Λιβύη– έζησαν ένα παρόμοιο κύμα διαδηλώσεων, αλλά μόνο η Τυνησία εξακολουθεί να γιορτάζει την επανάσταση και τη δημοκρατική της μετάβαση.
Όπως έγραψε ο Γκράμσι, «η κρίση συνίσταται ακριβώς στο γεγονός ότι το παλιό πεθαίνει και το νέο δεν μπορεί να γεννηθεί».
Αν κάνουμε, όμως, μια γρήγορη εκτίμηση των γεγονότων έκτοτε, θα δούμε ότι έχουν επιτευχθεί ορισμένα σημαντικά πράγματα: ελευθερία της έκφρασης, εκλογές, Σύνταγμα, μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση και Πρόεδρος της Δημοκρατίας, επιτυχίες στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, και αποφυγή ενός εμφυλίου πολέμου χάρη στον εθνικό διάλογο.
Υπάρχουν, ωστόσο, πάρα πολλά πράγματα που πρέπει ακόμα να γίνουν: επιτυχημένες περιφερειακές εκλογές, και κυρίως οικονομικές μεταρρυθμίσεις για την αντιμετώπιση της ανεργίας των νέων, που αποτελεί μια πραγματική μάστιγα για τη χώρα.

 

Θεωρείτε ότι η συμμαχία των κομμάτων Νίντα Τούνες και Ενάχντα είναι αποτελεσματική στη διακυβέρνηση της χώρας, ή υπάρχει ο κίνδυνος μιας αυταρχικής στροφής, όπως καταγγέλλουν οι διαδηλώσεις, το τελευταίο διάστημα;
Η λέξη «συμμαχία», κατά τη γνώμη μου, δεν είναι η καταλληλότερη για να περιγράψει τη συνύπαρξη δύο αντίθετων δυνάμεων: μιας συντηρητικής (Ενάχντα), που αποδέχτηκε έναν συμβιβασμό, κατά μια δημοκρατική έννοια, και μιας προοδευτικής (Νίντα Τούνες), που δεν κατόρθωσε να εξασφαλίσει την πλειοψηφία, ώστε να κυβερνήσει αυτοδύναμα (έλαβε 86 έδρες από τις 109 απαιτούμενες για την πλειοψηφία).
Ήταν μια λύση, που μπορεί να θεωρηθεί «τυνησιακής κοπής», προκειμένου να αποφευχθεί ένα επικίνδυνο πολιτικό αδιέξοδο, μετά από τις βουλευτικές εκλογές του 2014, και να αποτραπεί ο κίνδυνος ενός εμφυλίου πολέμου.
Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση εθνικής ενότητας –που συγκροτήθηκε ως αποτέλεσμα της συμφωνίας της Καρχηδόνας και της ώθησης του Κουαρτέτου Εθνικού Διαλόγου, που βραβεύθηκε με το Νόμπελ Ειρήνης– έφερε κοντά διαφορετικές δυνάμεις, χωρίς ένα επαρκώς προσδιορισμένο πρόγραμμα ανάπτυξης. Το γεγονός αυτό αποτελεί και την αιτία της σημερινής πολιτικής κρίσης, της απόφασης των δύο κομμάτων να κατέβουν χωριστά στις επόμενες εκλογές και των πρόσφατων στρεβλών και αντιδραστικών επιλογών στην οικονομική πολιτική.

 

Ποια είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι στη χώρα και ποια θα ήταν τα μέτρα που θα έπρεπε να ληφθούν για τη στήριξη της οικονομίας;
O δρόμος για πραγματικούς κανόνες δικαίου σε πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο είναι μακρύς, ακριβώς κι επειδή υπάρχει υψηλό ποσοστό διαφθοράς, ευνοιοκρατίας και παρανομίας, που διατηρείται από το παλιό καθεστώς.
Κατά τη δημοκρατική μετάβαση, ένας από τους σημαντικότερους τομείς που επλήγησαν ήταν η οικονομία. Οι βασικές πηγές εισοδήματος της χώρας –ο τουρισμός, η αγροτική παραγωγή και η εξαγωγή φωσφορικού άλατος– κατέρρευσαν κυρίως λόγω της τρομοκρατίας και της έλλειψης ξένων επενδύσεων.
Οι κοινωνικές εντάσεις, η υψηλή ανεργία και νόμοι, όπως ο τελευταίος προϋπολογισμός, που ανεβάζουν τις τιμές σε βασικά αγαθά, δημιουργούν κλυδωνισμούς στον δρόμο της δημοκρατικής μετάβασης.

 

Ποιος είναι ο ρόλος των δυνάμεων της Αριστεράς, που συνασπίστηκαν στο Λαϊκό Μέτωπο, σε αυτή την περίοδο της μετάβασης, και ποιες αλλαγές θα έπρεπε να κάνουν στην πολιτική δράση τους;
Παρά το γεγονός ότι η Τυνησία κατόρθωσε να υιοθετήσει νέο Σύνταγμα και να πραγματοποιήσει δημοκρατικές εκλογές, η πολιτική και οικονομική μετάβαση είναι πολύ εύθραυστη, γεγονός που θα έπρεπε να δημιουργεί μεγαλύτερη συνοχή ως προς τις προτεραιότητες της χώρας.
Θεωρώ ότι οι δυνάμεις της Αριστεράς θα έπρεπε να λειτουργούν με μεγαλύτερη πρόνοια –συμπεριλαμβανομένης της σχέσης τους με το Νίντα Τούνες– κατά τρόπο που να τους επιτρέπει να προσανατολίσουν την οικονομική ανάπτυξη της χώρας, να αγωνιστούν ενάντια στην αύξηση του κόστους ζωής και στις αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις.
Αυτή τη στιγμή, το Λαϊκό Μέτωπο και το UGTT, το μεγαλύτερο σωματείο εργαζομένων στην Τυνησία, έχουν δίκιο που εναντιώνονται σε μια αύξηση των τιμών των βασικών αγαθών, που σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνει το 300%!

 

Η Τυνησία έχει υπάρξει μια από τις βασικές εστίες ανάπτυξης τζιχαντιστών, και περίπου 5.000 Τυνήσιοι έχουν φύγει από τη χώρα για να ενταχθούν σε τρομοκρατικές οργανώσεις όπως ο ISIS και η Αλ-Κάιντα. Πώς το εξηγείτε αυτό;
Η Τυνησία είναι αυτή τη στιγμή ένα ανοιχτό πολιτικό εργαστήριο, και είναι η μόνη χώρα που εκπροσωπεί μια ελπίδα για τους αραβικούς λαούς, καθώς όλες οι εξεγέρσεις της Αραβικής Άνοιξης απέτυχαν.
Παραδόξως, η Τυνησία είναι, την ίδια στιγμή, η χώρα που έχει καταγράψει τον μεγαλύτερο αριθμό τζιχαντιστών.
Η εξήγηση είναι απλή. Δύο παράγοντες διαδραμάτισαν κεντρικό ρόλο σε αυτό.
Ο πρώτος σχετίζεται με τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα της άνεργης νεολαίας μας, η οποία βρίσκεται χωρίς προοπτικές και προσελκύεται από τους οικονομικούς πόρους που διαθέτουν οι τρομοκρατικές οργανώσεις.
Ο δεύτερος είναι η σχεδόν επίσημη ενθάρρυνση των τζιχαντιστικών ομάδων κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του κόμματος Ενάχντα (2011-2014), με πολλούς κήρυκες των Ουαχάμπι να μπαίνουν στη χώρα και να πείθουν νέους να ενταχθούν στη μάχη ενάντια στους εχθρούς του Ισλάμ και να υποστηρίξουν το ισλαμιστικό κόμμα.
Η πίεση της κοινωνίας των πολιτών, η μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα των μηχανισμών ασφαλείας και η ισχυρή αποφασιστικότητα των κοσμικών πολιτικών δυνάμεων, έχουν οδηγήσει στην ύφεση της τρομοκρατίας στη χώρα μας.

 

Ποια είναι η κατάσταση μετά την πτώση του ISIS στη Συρία και το Ιράκ, και πώς θα πρέπει να αντιμετωπιστεί το τζιχαντιστικό ρεύμα προς την Τυνησία;
Σε μεγάλο βαθμό, ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την Τυνησία παραμένει η Λιβύη με την πολιτική της αστάθεια, καθώς έχουμε 500 χιλιόμετρα κοινών συνόρων στην έρημο, τα οποία αποτελούν εύκολη δίοδο. Η τυνησιακή κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να αντιμετωπίσει το φαινόμενο του τζιχαντισμού, αν και θα χρειαζόταν μεγαλύτερη ευρωπαϊκή υποστήριξη σε οικονομικό επίπεδο, ώστε να καταφέρει να το καταπολεμήσει αποτελεσματικά, όχι μόνο με την καταστολή, αλλά και με την εκπαίδευση, με την δημιουργία ευκαιριών για τη νέα γενιά.
Αυτό θα βοηθούσε, επίσης, στο να αποφευχθούν οι κίνδυνοι του αυταρχισμού, όπως συμβαίνει με την κήρυξη καθεστώτος έκτακτης ανάγκης, το οποίο η κυβέρνηση διατηρεί επ’ αόριστον.

 

Πού βρίσκεται σήμερα η Επανάσταση των Γιασεμιών;
Πρώτα απ’ όλα είναι σημαντικό να δούμε αν η κυβέρνηση εθνικής ενότητας θα επιβιώσει μέχρι το τέλος της θητείας της, το 2019.
Σε κάθε περίπτωση, η χώρα μας βιώνει μια νέα εποχή πολιτικής, διανοητικής και πολιτισμικής ελευθερίας.
Υπάρχουν πολλά κοινωνικά κινήματα που ανθίζουν, φεστιβάλ, σινεμά, θέατρο, μουσικά γεγονότα.
Το 2018 θα είναι κρίσιμο για δύο λόγους. Πρώτον, στις 6 Μαΐου, θα διεξαχθούν οι πρώτες περιφερειακές εκλογές από το 2011, με 350 δημοτικά συμβούλια και 7.000 συμβούλους προς εκλογή.
Δεύτερον, θα δημιουργηθεί το Συνταγματικό Δικαστήριο, καθώς μετά την υιοθέτηση νέου Συντάγματος είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι αυτό εφαρμόζεται και ότι γίνονται σεβαστές οι διατάξεις του.
Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις παίζουν επίσης κεφαλαιώδη ρόλο, και θα πρέπει να απομακρυνθούν από τη λογική της λιτότητας και του υψηλού κόστους διαβίωσης που εφαρμόζει ο τωρινός νόμος του προϋπολογισμού, ώστε να υπάρξει πραγματική ανάπτυξη της εργασίας και να μπορέσει η δημοκρατική διαδικασία που ξεκίνησε το 2011 να γίνει πραγματικά μη αναστρέψιμη.

Μπορείτε να βρείτε το αρχικό άρθρο εδώ