Αίτημα για έναρξη της διαδικασίας, όπως προκύπτει από το άρθρο 7 της Συνθήκης της ΕΕ, απηύθυνε με επιστολή του στις 9 Αυγούστου ο Δήμαρχος του Παλέρμο, Leoluca Olrando. Το συγκεκριμένο άρθρο 7 ενεργοποιείται κατόπιν συγκεκριμένης αναγκαίας πλειοψηφίας, αν διαπιστωθεί η ύπαρξη σαφούς κινδύνου σοβαρής παραβίασης από κράτος μέλος των αξιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης: του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες. Ο Δήμαρχος του Παλέρμο αναφέρει, μεταξύ άλλων, στην επιστολή του προς κάθε αξιωματούχο και κυβερνήτη σε επίπεδο Ευρώπης, που έστειλε στις 9 Αυγούστου 2019, τα εξής:

 

“Είμαι Δήμαρχος μιας πόλης που έχει βιώσει σοβαρές και βίαιες μορφές παραβίασης αυτών των αξιών στο παρελθόν, που έχουν προέλθει ακόμα και από απάνθρωπα και αντισυνταγματικά νομοθετικά μέτρα · μιας πόλης που έχει βιώσει το πόνο που προέρχεται από την παραβίαση αυτών των δικαιωμάτων, μιας πόλης που έχει επιλέξει να σταθεί στο πλευρό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε μια εποχή που εξευτελίζονται από αποφάσεις, συμπεριφορές και νόμους. Είμαι Δήμαρχος μιας πόλης που, ξεκινώντας από την απόρριψη της βίας και την επιβεβαίωση των δικαιωμάτων όλων, βρίσκεται σε πορεία αναγέννησης και ανάπτυξης, τέτοια που να της επιτρέπει να συνδυάσει ασφάλεια και φιλοξενία. Ένα αναπόσπαστο μέρος αυτής της διαδικασίας ήταν η επιλογή να γίνει το Παλέρμο μια φιλόξενη πόλη, μια ανοιχτή πόλη σε όλους και όλες και να συμπεριλαμβάνει όλους όσοι προσπαθούν να χτίσουν – με δυσκολίες και κενά αλλά με αποφασιστικότητα – ένα “Κοινό Σπίτι”, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα στη ζωή όλων αλλά και του καθενός, όπως ευαγγελίζονται εκπρόσωποι θρησκειών, διανοούμενοι, επιστήμονες σε κάθε σημείο του πλανήτη μας.

Σήμερα, όμως, η επιθυμία να καλωσοριστούμε και να φιλοξενήσουμε είναι θολή, είναι κυριολεκτικά παρεμποδισμένη από επιλογές ιταλικών πολιτικών, οι οποίες μαζί με κάποιες επιλογές άλλων χωρών, προκαλούν πραγματική γενοκτονία. Αν και το 2014 και το 2015 το Παλέρμο, όπως και όλη η Σικελία, περιμάζεψε δεκάδες χιλιάδες μετανάστες, που σώθηκαν στη Μεσόγειο κατόπιν συνδυασμένων επιχειρήσεων μεταξύ των κρατών, σήμερα στο Παλέρμο και τη Σικελία δεν είναι πλέον ευπρόσδεκτοι οι μετανάστες. Όχι επειδή δεν θέλουν, ή επειδή σταμάτησαν να αναζητούν ένα μέλλον εντός Ευρώπης: απλώς και μόνο επειδή οι μετανάστες πεθαίνουν πλέον στη Λιβύη ή στη Μεσόγειο χωρίς να τους δίνεται η ευκαιρία να αγγίξουν την πολυπόθητη Ευρώπη. Εάν υπάρχει κατάσταση έκτακτης ανάγκης που συνδέεται με τη μετανάστευση, είναι ακριβώς αυτό που ζούμε σήμερα, που συνδέεται με αυτή τη γενοκτονία.

Αλλά τα πολιτικά και θεσμικά γεγονότα, τα οποία συνέβησαν στην Ιταλία τους τελευταίους μήνες, δείχνουν πώς το θέμα των μεταναστών έχει μεταλλαχθεί, όπως προηγουμένως συνέβη σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, μια δικαιολογία για να χτιστεί μια πολιτική και θεσμική επίθεση προς το Κράτος Δικαίου, στις θεμελιώδεις ελευθερίες όλων, στις πολιτικές ελευθερίες και τις ελευθερίες των πολιτών, στην ελευθερία έκφρασης και διασύνδεσης.

Πίσω από τον μπαμπούλα της εισβολής των μεταναστών, σήμερα στην Ιταλία, όπως και τους τελευταίους μήνες και χρόνια σε άλλες χώρες της Ένωσης, δημιουργήθηκε μια αφήγηση που οδήγησε στην υλοποίηση δημόσιων πολιτικών και τώρα επίσης, θεσμικών επιλογών, οι οποίες απειλούν όλο και περισσότερο τον σεβασμό των θεμελιωδών αξιών της Ένωσης, όπως αυτές αναφέρονται στο άρθρο 2.

Για χρόνια βιώνουμε μια αυξανόμενη ξενοφοβική έκφραση ορισμένων πολιτικών και μέσων ενημέρωσης, η οποία
αν και δεν ήταν αποδεκτή, ενέπιπτε κατά κάποιο τρόπο στην ελευθερία της προσωπικής και πολιτικής έκφρασης. Τους τελευταίους μήνες όμως σημειώθηκε “ποιοτικό” άλμα, το οποίο σήμερα μας ωθεί να σας παρακινήσουμε στην προσφυγή στο άρθρο 7 της ΣΕΕ. Δεν πρόκειται για κάτι άλλο παρά τη θέσπιση πλέον νομοθετικών και διοικητικών μέτρων τα οποία, κατά τη γνώμη μας, αντιβαίνουν σε σοβαρότατο βαθμό με τη Συνθήκη και θέτουν σε κίνδυνο το δημοκρατικό και θεσμικό κληροδότημα της χώρας, με συνέπειες που είναι δύσκολο να φανταστούμε ακόμη και για την Ένωση στο σύνολό της.

Στην πραγματικότητα, παρακολουθούμε μια διαδικασία “φασιστοποίησης” από ορισμένα όργανα του Κράτους, τα οποία τείνουν να συγκεντρώνουν την εξουσία, αρνούμενοι το διαχωρισμό των εξουσιών, που αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο για μια υγιή ισορροπία και για δημοκρατική σταθερότητα. Εκεί όπου δεν ήταν δυνατή η παρέμβασή τους για να συγκεντρώσουν εξουσίες, όπως στην περίπτωση των δικαστικών αρχών, αναλώθηκαν σε επιθέσεις και προσπάθειες απονομιμοποίησης όσων ασκούν δικαστική εξουσία.

Ειδικότερα, σε σχέση με το νομοθετικό επίπεδο, αναφερόμαστε στα λεγόμενα “Διατάγματα ασφάλειας ” που εγκρίθηκε για πρώτη φορά από την κυβέρνηση και στη συνέχεια από το Κοινοβούλιο. Και σε ό,τι κατά συνέπεια αφορά το διοικητικό σχέδιο εφαρμογής τους, στην κυκλοφορία «οδηγιών» που τείνουν να κάνουν την Αστυνομία ​​σχεδόν μέσο προσωπικής χρήσης της κυβέρνησης για την καταστολή οποιασδήποτε διαφωνίας με τις πολιτικές της, καταστολή της ελεύθερης έκφρασης και της ελευθερίας πληροφόρησης.

Όλα αυτά επιδεινώνονται από τη συνεχή παρέμβαση και το διαγωνισμό στρέβλωσης στον οποίο έχει επιδοθεί ο σημερινός Υπουργός Εσωτερικών: από το κλείσιμο των λιμένων μέχρι τις διατάξεις διαθεσιμότητας ακόμη και στρατιωτικών οργάνων του κράτους που βρίσκονται στη δικαιοδοσία άλλου Υπουργείου με σκοπό την άρνηση και παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή και της διάσωσης των επιζώντων που ανασύρονται στη θάλασσα.

Τα παραπάνω συνιστούν μια επικίνδυνη προσπάθεια να χειριστεί ο Υπουργός Εσωτερικών τη δράση των Ενόπλων Δυνάμεων και των Αστυνομικών Δυνάμεων που έχουν καθιερωθεί και εξακολουθούν να αποτελούν σήμερα μέσα για τη θεμελιώδη υπεράσπιση του σεβασμού της συνταγματικής νομιμότητας και της δημοκρατίας του κράτους μας.

Στις κραυγές, τις προσβολές και τις ανοιχτές απειλές που προέρχονται από μερικούς και που μέχρι τώρα δεν έχουν ευτυχώς καταφέρει να σταματήσουν την αγανάκτηση των πολλών, απαντώ θυμόμενος ότι σε στιγμές όπως αυτές που ζούμε είναι ισχυρό το δικαίωμα και το καθήκον να πάρουμε θέση, αποφεύγοντας τις ελώδεις ή δειλές στάσεις που έχουν οδηγήσει στο παρελθόν και κινδυνεύουν να οδηγήσουν σήμερα στην απώλεια της δημοκρατίας και την εξολόθρευση των απαραβίαστων ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων και του καθενός/μίας μας.”

 

—————

Μερική μετάφραση της επιστολής: Pressenza Athens.