Τα WikiLeaks, τα LuxLeaks, τα SwissLeaks, τα Panama Papers και η Cambridge Analytica είναι μόνο η αρχή μιας σειράς σκανδάλων, η δημοσιοποίηση των οποίων έδωσε νέα ώθηση στην αποκάλυψη πληροφοριών δημοσίου συμφέροντος. Μαζί με την πρόκληση που τέθηκε στην ακεραιότητα της δημοκρατίας, τέθηκε και μία πρόκληση στα ίδια τα πρόσωπα που έφεραν στο φως αυτές τις πληροφορίες, καθώς βρέθηκαν αντιμέτωπα, άμεσα ή έμμεσα, με το μένος των ατόμων που έθιγαν οι πληροφορίες, καθώς το νομικό σύστημα υπεράσπισης και προστασίας τους ήταν ανέτοιμο και ελλιπές.

 

Ποιοι θεωρούνται πληροφοριοδότες δημοσίου συμφέροντος;
Οι πληροφοριοδότες δημοσίου συμφέροντος ή αλλιώς whistleblowers (εφεξής πληροφοριοδότες) μπορούν να είναι πρόσωπα του ιδιωτικού ή του δημόσιου τομέα και χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, τους εσωτερικούς και τους εξωτερικούς. Ένας αρκετά κατατοπιστικός ορισμός του πληροφοριοδότη τον περιγράφει ως κάθε εργαζόμενο που αποκαλύπτει ή επιχειρεί να αποκαλύψει πληροφορίες ή αποδεικτικά στοιχεία που αφορούν το δημόσιο συμφέρον ή που συνδέονται με απειλή ή πρόληψη ζημίας του δημοσίου συμφέροντος, για τα οποία αυτός/αυτή έχει λάβει γνώση από το πλαίσιο της σχέσης του/της με την εργασία του/της. Όσον αφορά στους εσωτερικούς πληροφοριοδότες, αυτοί αναφέρουν περιστατικά κακής διαχείρισης, απάτης και απειθαρχίας στα ανώτερα στελέχη ενός οργανισμού (πχ. στον Επικεφαλής του Ανθρώπινου Δυναμικού ή CEO), ενώ οι εξωτερικοί, καταγγέλουν τις αδικοπραγίες σε πρόσωπα εκτός του οργανισμού (πχ. σε δημοσιογράφους, σε υψηλούς κυβερνητικούς εκπροσώπους ή και στην αστυνομία).

Η ενέργειά τους αυτή δεν έρχεται χωρίς ρίσκο. Ο επικίνδυνος ρόλος ενός πληροφοριοδότη ως όπλο κατά της διαφθοράς και εν γένει της παραβατικής συμπεριφοράς, έγκειται στην πιθανότητα να χάσει την εργασία του, να αμφισβητηθεί η έννομη προστασία του, ακόμα και να κινδυνεύσει η σωματική του ακεραιότητα ως αντίποινα στην πράξη του. Η ιδέα και μόνο των επιπτώσεων και ο φόβος αυτών, κρατά συχνά τους μάρτυρες ομήρους της συνείδησής τους, οδηγώντας τους στη σιωπή.

Ο θάνατος της Μαλτέζας δημοσιογράφου Daphne Caruana Galizia από έκρηξη βόμβας στο αυτοκίνητό της σηματοδότησε την αφετηρία των προσπαθειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για προστασία των πληροφοριοδοτών δημοσίου συμφέροντος. Σήμανε τον κίνδυνο εντός του ευρωπαϊκού κόσμου, ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, που δεν είναι συνηθισμένος σε ανάλογα περιστατικά. Η ερευνήτρια δημοσιογράφος είχε αποκαλύψει στο blog της με έγγραφα, την ανάμειξη της συζύγου του πρωθυπουργού της χώρας, Joseph Muscat, στα Panama Papers και την κατοχή offshore εταιρείας χρηματοδοτούμενης από το Αζερμπαϊτζάν. Δεν ήταν, ωστόσο το μόνο περιστατικό που είχε γνωστοποιήσει. Στο παρελθόν είχε κατατεθεί μήνυση στο πρόσωπό της (η οποία αποσύρθηκε μετά θάνατον) από τον αρχηγό της αντιπολίτευσης, Adrian Delia, λόγω άρθρου της που τον διασυνέδεε με δίκτυο μαστροπείας στο Λονδίνο. Η αποκαλυπτική δημοσιογραφική δραστηριότητα της Caruana Galizia ξεσήκωσε διαμαρτυρίες, που συνεχίζουν να βάζουν το κρατίδιο της Μάλτας στο στόχαστρο της δημόσια κριτικής, κατηγορώντας το για διαφθορά και ξέπλυμα χρήματος. Την ίδια στιγμή, ο απάνθρωπος τρόπος που οδήγησε στην αποσιώπηση της Galizia έδωσε ώθηση και σε ευρωπαϊκούς παράγοντες λήψης αποφάσεων να διαμορφώσουν ένα πλαίσιο προστασίας των πληροφοριοδοτών δημοσίου συμφέροντος, έχοντας αντιληφθεί πλέον πως το ζήτημα έχει εισχωρήσει και στα ευρωπαϊκά εδάφη.

Το μέχρι πρότινος υφιστάμενο πλαίσιο προστασίας των πληροφοριοδοτών δημοσίου συμφέροντος, κάλυπτε τομείς της Ένωσης όπως ο εμπορικός, ο οικονομικός και ο χρηματοπιστωτικός, που εξυπηρετούσαν άμεσα την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς της, αφήνοντας την κοινωνική πτυχή της παραγκωνισμένη. Συγκεκριμένα, στο παρελθόν, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχε υιοθετήσει ένα σημαντικό, αλλά μή δεσμευτικό ψήφισμα (2016/2224(INI)), σχετικά με τα θεμιτά μέτρα για την προστασία των καταγγελτών που ενεργούν προς το δημόσιο συμφέρον όταν αποκαλύπτουν εμπιστευτικές πληροφορίες για επιχειρήσεις και δημόσιους οργανισμούς. Ως συνέχεια, το 2017, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έθεσε το ζήτημα της προστασίας των πληροφοριοδοτών σε δημόσια διαβούλευση, ενώ τον Οκτώβρη του ίδιου έτους, η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων (JURI) υιοθέτησε αναφορά που καλούσε σε προστασία για τους πληροφοριοδότες, καθώς και για τα πρόσωπα που τους βοηθούν καθ’όλη τη διαδικασία και προέβλεπε την απαλλαγή τους από τις πολιτικές και ποινικές διαδικασίες, από τις αδικαιολόγητες νομικές διώξεις, από οικονομικές κυρώσεις και από πρακτικές διάκρισης. Ένα άκρως περιεκτικό σχέδιο Οδηγίας για την προστασία των πληροφοριοδοτών δημοσίου συμφέροντος είχε προταθεί από την ευρωομάδα των Πρασίνων (Greens/EFA), ωστόσο δεν υιοθετήθηκε, αφήνοντας την πλήρη νομική προστασία σε εκκρεμότητα. Τα μέτρα, ωστόσο, που περιγράφηκαν, μπορούν να υιοθετηθούν από μεμονωμένα κράτη μέλη, καθώς αυτά μπορούν να διαμορφώσουν ανάλογη εθνική νομολογία.

Κάθε χώρα στην Ένωση έχει διαφορετικό εθνικό νομικό σύστημα προστασίας των πληροφοριοδοτών, με αποτέλεσμα το άνισο επίπεδο προστασίας τους και την έλλειψη μίας κοινής ευρωπαϊκής αντιμετώπισης και ύπαρξης κοινών ελάχιστων προτύπων γι’αυτήν. Διατάξεις για την προστασία των πληροφοριοδοτών περιέχονται συνήθως σε νομοθεσίες κατά της διαφθοράς, στην εργατική ή/και ποινική νομοθεσία, ακόμα και στους νόμους της δημόσιας υπηρεσίας κάθε χώρας. Δεν ισχύει το ίδιο, ωστόσο, για την Ελλάδα, την Ισπανία, Πορτογαλία, Βουλγαρία, Σλοβακία και Φινλανδία, οι οποίες δεν έχουν διαμορφώσει κανένα συγκροτημένο νομοθετικό πλαίσιο προστασίας των πληροφοριοδοτών δημοσίου συμφέροντος. Είναι εντυπωσιακό το ότι μέσα στις παραπάνω χώρες συμπεριλαμβάνεται και η Φινλανδία, που σε άλλους τομείς αποτελεί πρότυπο (πχ. εκπαιδευτικό σύστημα), ενώ στον συγκεκριμένο, της προστασίας των πληροφοριοδοτών, υπάρχει νομικό κενό. Ακόμα βέβαια και στις υπόλοιπες χώρες, που έχουν ένα σχετικά προηγμένο πλαίσιο προστασίας των πληροφοριοδοτών, όπως η Ιρλανδία, η Ρουμανία, η Σλοβενία, το Λουξεμβούργο και το Ηνωμένο Βασίλειο συνεχίζουν να υφίστανται νομικά κενά. Για παράδειγμα, το Λουξεμβούργο, στους εθνικούς του νόμους κατά της διαφθοράς, αποκλείει από τα πλαίσια προστασίας του τους πληροφοριοδότες που επικοινώνησαν με τα ΜΜΕ ή τις ΜΚΟ.

 

Iustitia, quo vadis?
Η αποκάλυψη πληροφοριών για οικονομικές και εμπορικές απάτες, καθώς και για λίστες φοροδιαφυγής θα μπορούσε να ευνοήσει ουσιαστικά τους κρατικούς μηχανισμούς. Η απόκτηση μέσω επιστροφής, του συγκεντρωθέντος ποσού, θα μπορούσε να αποφέρει πρόσθετο έσοδο στα κρατικά ταμεία, διαθέσιμο προς αξιοποίηση. Η αντίδραση μεγάλου μέρους των πολιτικών προσώπων, ωστόσο, δεν προσανατολίζεται προς αυτή την κατεύθυνση. Η υπονόμευση της σημασίας της προστασίας των πληροφοριοδοτών από μέλη του κοινοβουλίου είναι δείγμα μίας φοβισμένης δημοκρατίας. Μίας δημοκρατίας που μοιάζει να υπηρετεί τις πολυεθνικές και όχι την κοινωνία, που στρέφει το δάχτυλο κατά των ατόμων που αποκάλυψαν πιθανώς την αλήθεια και που ως αντίποινα, θέλει να καταλύσει κάθε μορφή προστασίας τους.

Παρόλα αυτά, η διαμόρφωση ενός νομικού πλαισίου προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος δεν αρκεί, για να διασφαλιστεί η διαδικασία αποκάλυψης πληροφοριών υπέρ του δημοσίου συμφέροντος. Απαιτείται να υιοθετηθεί και μία κουλτούρα δημόσιας λογοδοσίας, που θα βασίζεται σε νόμους κατά της διαφθοράς και που αυτοί, με τη σειρά τους, θα γεφυρώνουν το κενό μεταξύ αυτών και των μηχανισμών εφαρμογής τους. Οι κρατικοί μηχανισμοί οφείλουν να παρέχουν κίνητρα στους πληροφοριοδότες, προκειμένου οι τελευταίοι να αποκαλύψουν νέες πληροφορίες, πρόσθετες από αυτές που τους υποχρεώνει ήδη ο νόμος να γνωστοποιήσουν, ενώ παράλληλα, θα πρέπει να προστατεύονται και οι ίδιοι αλλά και τα άτομα που αφορούν οι πληροφορίες, μέχρι να επιβεβαιωθεί η εγκυρότητα ή μη αυτών. Συναφές σε αυτά είναι και το στοιχείο της πρόθεσης στην αποκάλυψη των πληροφοριών, το οποίο και απασχολεί ιδιαίτερα όχι μόνο την Ένωση αλλά και την κοινή γνώμη. Από ένα μεγάλο ποσοστό ατόμων πιστεύεται πως περισσότερη έμφαση θα πρέπει να δοθεί στο περιεχόμενο της πληροφορίας και όχι στους λόγους που οδήγησαν στην αποκάλυψή της, καθώς το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο. Ένα εξίσου σημαντικό ποσοστό, ωστόσο, θεωρεί κομβική την πρόθεση των πληροφοριοδοτών, υποστηρίζοντας πως συχνά λειτουργούν ως μηχανισμοί συκοφαντίας, αλλά και πίεσης σε πρόσωπα και καταστάσεις. Σε κάθε περίπτωση, οι εθνικοί μηχανισμοί απόδοσης δικαιοσύνης, οφείλουν να μεριμνήσουν για την προστασία όλων των συσχετιζόμενων μερών. Αυτή μπορεί να εκφραστεί με την έννομη προάσπιση του δικαίωματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων των προσώπων που αφορούν οι πληροφορίες, καθώς και το δικαίωμα της υπεράσπισης και ακρόασης πριν την έκδοση απόφασης, καθώς και πραγματικής προσφυγής ενώπιον του δικαστηρίου.

Δεδομένου ότι η ολιστική δικαιοσύνη στην περίπτωση των πληροφοριοδοτών δημοσίου συμφέροντος απέχει παρασάγγας από την πραγματικότητα, όπως αυτή διαμορφώνεται από τις εθνικές ιδιαιτερότητες, τα βήματα είτε εθνικά ή ευρωπαϊκά επικουρικά, πρέπει να λειτουργήσουν αποφασιστικά προς μία ανθρωπιστική κατεύθυνση. Σε ορισμένες χώρες, βέβαια, αρκεί, τουλάχιστον για αρχή, να λειτουργήσουν.

Η παραδοχή ενός λάθους δείχνει τόλμη. Η προσπάθεια επανόρθωσης αυτού, δείχνει και αρετή.

 

 

—————————————-
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα: Η Ζωή Διδίλη είναι τελοιόφοιτη φοιτήτρια του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, με ειδίκευση στην Πολιτική και Διπλωματία. Είναι μέλος του Δ.Σ του Ομίλου UNESCO Νέων Θεσσαλονίκης και υπεύθυνη Στρατηγικής Επικοινωνίας στην online καλλιτεχνική πλατφόρμα KNACK. Ασχολείται ενεργά με τον εθελοντισμό, την αρθρογραφία και την φωτογραφία. Στο παρελθόν πραγματοποίησε πρακτική άσκηση στο Δίκτυο Νέων Ελλάδος για την Βιώσιμη Ανάπτυξη, στην Πρεσβεία της Ελλάδος στην Ρώμη και υπήρξε μέλος του Δ.Σ της Πανελλήνιας Ένωσης Φοιτητών Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών. Μιλά αγγλικά και ισπανικά και διαθέτει βασικές γνώσεις γαλλικής, ιταλικής, γερμανικής και ρωσικής γλώσσας. Γεννήθηκε στις 20/07/1995.