Το Ελληνικό Δίκτυο για την Καταπολέμηση της Φτώχειας δημοσίευσε πριν λίγο καιρό την έβδομη κατά σειρά σε έκδοση Έκθεση για τη Φτώχεια στην Ελλάδα. Η Έκθεση αποσκοπεί στην αποτύπωση της κατάστασης της φτώχειας, των κοινωνικών ανισοτήτων και του κοινωνικού αποκλεισμού στη χώρα, αξιοποιώντας επίσημα στατιστικά στοιχεία, έρευνες πεδίου, καθώς και τη βιωμένη εμπειρία ανθρώπων που πλήττονται από τη φτώχεια. Αποτελεί πρωτοβουλία των 39 οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών που συνθέτουν το Ελληνικό Δίκτυο για την Καταπολέμηση της Φτώχειας, ανάμεσά τους πλέον και το WHEN. Παράλληλα, η Έκθεση αξιολογεί την πρόοδο εφαρμογής της Εθνικής Στρατηγικής για την Κοινωνική Ένταξη και τη Μείωση της Φτώχειας και διατυπώνει συστάσεις πολιτικής.
Το παρόν άρθρο όμως επιδιώκει να αναδείξει τη φτώχεια μέσα από το πρίσμα του φύλου, επιχειρώντας να φωτίσει τις έμφυλες ανισότητες που συχνά παραμένουν αόρατες πίσω από συνολικούς δείκτες και γενικούς μέσους όρους. Αν και η Έκθεση δεν περιλαμβάνει πλήρως ανεπτυγμένους δείκτες διαχωρισμένους κατά φύλο, ενσωματώνει σημαντικά ποσοτικά και ποιοτικά ευρήματα που επιτρέπουν μια έμφυλη ανάγνωση.
Γράφει η η Στέλλα Ψαροπούλου, Οικονομολόγος, MSc, Sustainability & Resilience expert. Αναδημοσίευση στην ιστοσελίδα της οργάνωσης WHEN.
Τι είναι όμως φτώχεια, σύμφωνα με την Εθνική Στρατηγική;
Η φτώχεια ορίζεται ως μια σύνθετη και πολυδιάστατη συνθήκη, στην οποία τα άτομα αδυνατούν να εξασφαλίσουν έναν ελάχιστο αξιοπρεπή τρόπο ζωής, όχι μόνο λόγω χαμηλού εισοδήματος, αλλά και εξαιτίας του αποκλεισμού τους από βασικά δικαιώματα και κρίσιμους τομείς της καθημερινότητας, όπως η εργασία, η υγεία, η εκπαίδευση, η στέγη και η κοινωνική συμμετοχή.
Σε γενικό επίπεδο, η Έκθεση καταγράφει ότι το 26,9% (2024) του πληθυσμού βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, ποσοστό που αντιστοιχεί σε περίπου 2,74 εκατομμύρια άτομα στην Ελλάδα, και παρουσιάζει αύξηση σε σχέση με το 2023, κατά 0,8 ποσοστιαίες μονάδες. Μέσα σε αυτό το ήδη ανησυχητικό πλαίσιο, στην Έκθεση αποτυπώνεται ρητά ότι η φτώχεια πλήττει δυσανάλογα τις γυναίκες, γεγονός που συνδέεται με διαρθρωτικές ανισότητες στην αγορά εργασίας, στη φροντίδα, στη στέγαση και στην πρόσβαση σε πόρους.
Σημαντικό όμως είναι να επισημανθεί το πώς μετράται η φτώχεια, καθώς δεν αφορά αμιγώς ή μόνο εισοδηματικά κριτήρια και προκαθορισμένα όρια. Η Eurostat και η ΕΛΣΤΑΤ χρησιμοποιούν το δείκτη AROPE (At risk of poverty or social exclusion), ο οποίος μετρά τον κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού συνδυάζοντας την εισοδηματική φτώχεια, τη σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση και τη διαβίωση σε νοικοκυριά πολύ χαμηλής έντασης εργασίας.
Εμβαθύνοντας στην έμφυλη διάσταση της φτώχειας, η Έκθεση αναδεικνύει την υποεκπροσώπηση των γυναικών στην αγορά εργασίας ως κεντρικό παράγοντα ευαλωτότητας. Ειδικότερα, στην ηλικιακή ομάδα 18-64, οι γυναίκες εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά χαμηλής έντασης εργασίας (9,7%), παρουσιάζοντας μια αποκλίνουσα τάση συγκριτικά με τους άνδρες (7,6%). Η κατάσταση καθίσταται ακόμη πιο εμφανής στην περίπτωση των μονογονεϊκών οικογενειών, το 43,7% των οποίων ζει κάτω από το όριο φτώχειας. Δεδομένου ότι η συντριπτική πλειονότητά τους στην Ελλάδα έχει γυναίκα ως επικεφαλής, το εύρημα αυτό αναδεικνύει τη δομική ευαλωτότητα των γυναικών που συνδυάζουν αποκλειστικά την ευθύνη φροντίδας με την ανάγκη οικονομικής επιβίωσης.
Αντίστοιχα, μπορεί να αναφερθεί και η έμμεση σχέση φύλου και παιδικής φτώχειας, η οποία φωτίζεται στην Έκθεση, με ποσοστά που είναι ιδιαιτέρως ανησυχητικά: το 28,1% των παιδιών ζει σε συνθήκες φτώχειας, με αυξημένους κινδύνους σε νοικοκυριά χαμηλής έντασης εργασίας και σε περιβάλλοντα ενδοοικογενειακής βίας. Αν και τα στοιχεία δεν παρουσιάζονται ρητά διαχωρισμένα κατά φύλο των γονέων, η πραγματικότητα της γυναικείας μονογονεϊκότητας και της άνισης κατανομής της φροντίδας υποδεικνύει μια συνάφεια μεταξύ της παιδικής φτώχειας και των οικονομικών δυσχερειών που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες. Πιο συγκεκριμένα, η οικονομική αυτή πίεση εντείνεται από την έλλειψη πρόσβασης σε υπηρεσίες φροντίδας παιδιών, με το 75% των νοικοκυριών να δηλώνει ότι αδυνατεί να αξιοποιήσει τους βρεφονηπιακούς σταθμούς λόγω κόστους ή ανεπάρκειας δομών. Αυτό σημαίνει περιορισμό στη δυνατότητα πλήρους απασχόλησης και οικονομικής ανεξαρτησίας των γυναικών, οι οποίες επωμίζονται επιπροσθέτως και το βάρος της άτυπης φροντίδας ηλικιωμένων ή ασθενών μελών της οικογένειας – μια προσφορά που παραμένει αόρατη και χωρίς καμία οικονομική αντιστάθμιση από το κράτος στην Ελλάδα.
Στον αγροτικό χώρο, η έμφυλη διάσταση της φτώχειας λαμβάνει ακόμη πιο οξυμένες μορφές. Το έργο POVE.R.RE ανέδειξε ότι οι γυναίκες της υπαίθρου αντιμετωπίζουν ακραία στεγαστική επισφάλεια, η οποία συχνά παραμένει «αθέατη» λόγω των πατριαρχικών δομών και του κοινωνικού στίγματος. Ειδικότερα, η φτώχεια στις αγροτικές περιοχές έχει έντονα έμφυλα χαρακτηριστικά, με τις γυναίκες να βιώνουν μεγαλύτερη κοινωνική απομόνωση, περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες και αυξημένη εξάρτηση από άτυπα δίκτυα. Η έλλειψη ξενώνων και υποστηρικτικών υποδομών αναγκάζει πολλές γυναίκες να παραμένουν σε επισφαλείς ή ακόμη και σε κακοποιητικές συνθήκες διαβίωσης, καθώς στερούνται των μέσων για αυτόνομη διαβίωση.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Έκθεση υπογραμμίζει τη σκοπιμότητα αναγνώρισης και συσχέτισης του ρόλου της κλιματικής κρίσης, η οποία επηρεάζει δυσανάλογα τις γυναίκες στην ύπαιθρο, με τη συνθήκη κλιμάκωσης της ενεργειακής φτώχειας να πλήττει τα ευάλωτα νοικοκυριά -ειδικά τα τελευταία χρόνια-, ενισχύοντας τη στεγαστική επισφάλεια. Σύμφωνα με την Έκθεση, οι εξελίξεις αυτές συνοδεύονται από την ανάδυση νέων μορφών ψυχικής επιβάρυνσης, όπως το άγχος που σχετίζεται με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής (μετά από φωτιές, πλημμύρες κ.α.) και η κατάθλιψη λόγω αδυναμίας πληρωμής λογαριασμών για επαρκή θέρμανση ή ψύξη, φαινόμενα που εμφανίζονται συχνά σε γονείς με μικρά παιδιά.
Η Έκθεση αναδεικνύει επίσης τη σχέση μεταξύ οικονομικής εξάρτησης και έμφυλης βίας. Σύμφωνα με την έρευνα πεδίου, το 2025 αναδείχθηκε η κλιμάκωση υφιστάμενων προβλημάτων, με σημαντικότερα τη στέγαση, την κάλυψη βασικών βιοτικών αναγκών, την υγειονομική περίθαλψη, και την ψυχική υγεία. Οι πλέον επιβαρυμένες κοινωνικές ομάδες περιλαμβάνουν πρόσφυγες και μετανάστες, μονογονεϊκές οικογένειες, γυναίκες θύματα βίας, ΛΟΑΤΚΙ+ και ηλικιωμένα άτομα. Επί τούτου, πολλές γυναίκες συνεχίζουν να παραμένουν σε κακοποιητικά περιβάλλοντα λόγω απόλυτης οικονομικής αδυναμίας να καλύψουν βασικές ανάγκες όπως η στέγαση.
Συμπερασματικά, η Έκθεση για τη Φτώχεια στην Ελλάδα 2025 σκιαγραφεί με σαφήνεια ότι η φτώχεια δεν είναι ουδέτερη ως προς το φύλο. Αντιθέτως, βιώνεται μέσα από έμφυλες ανισότητες που διατρέχουν την εργασία, τη φροντίδα, τη στέγαση και την κοινωνική προστασία. Η ανάδειξη αυτών των πτυχών καθιστά επιτακτική την ενσωμάτωση της έμφυλης διάστασης στο σχεδιασμό και την αξιολόγηση των πολιτικών καταπολέμησης της φτώχειας, ως αναγκαία προϋπόθεση για ουσιαστική κοινωνική δικαιοσύνη.
Η Έκθεση επισημαίνει ότι το υφιστάμενο πλαίσιο κοινωνικής πολιτικής στην Ελλάδα στερείται μεταρρυθμιστικής δυναμικής και αδυνατεί να αντιμετωπίσει τη φτώχεια με δομικούς όρους, με αποτέλεσμα συχνά να αναπαράγει τις υφιστάμενες οικονομικές ανισότητες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να συνοδεύεται από επιδείνωση των σχετικών δεικτών. Κεντρικό αίτιο αυτής της αδυναμίας αποτελεί το έλλειμμα συστηματικών, διαχωρισμένων και διαθεματικών δεδομένων, το οποίο περιορίζει τη δυνατότητα σχεδιασμού στοχευμένων και αποτελεσματικών δημόσιων πολιτικών. Η απουσία ενσωμάτωσης της έμφυλης διάστασης συνιστά πολιτική, και όχι απλώς τεχνική, επιλογή, καθώς καθιστά τη φτώχεια των γυναικών λιγότερο ορατή. Η υπέρβαση της αποσπασματικής διαχείρισης της οικονομικής ένδειας προϋποθέτει έναν συνολικό ανασχεδιασμό της κοινωνικής πολιτικής, με στόχο την άρση των δομικών ανισοτήτων που αναπαράγουν τον φαύλο κύκλο της φτώχειας.







