Είναι σπάνιο μια μικρή χώρα όπως το Ναούρου να μπορεί να καθορίσει την πορεία των παγκόσμιων γεγονότων. Όμως, για κάποιους περίπλοκους λόγους, αυτό το σπάνιο γεγονός διαδραματίζεται αυτή τη στιγμή. Εάν το Ναούρου κερδίσει την υπόθεση, τεράστιες μπουλντόζες θα μπορούσαν να κατέβουν στο μεγαλύτερο, ως επί το πλείστον ανέγγιχτο οικοσύστημα στον κόσμο, τον πυθμένα της θάλασσας, κάποια στιγμή μέσα στα επόμενα χρόνια. Εκατοντάδες επιστήμονες που έχουν ως αντικείμενο το θαλάσσιο περιβάλλον έχουν υπογράψει μια δήλωση, προειδοποιώντας ότι αυτή θα ήταν μια οικολογική καταστροφή που θα οδηγούσε σε ζημιές «μη αναστρέψιμες σε χρονική κλίμακα πολλών γενεών».


Tης Elizabeth Kolbert

Μετάφραση: Σάκης Στεργενάκης


Το Ναούρου, το οποίο έχει πληθυσμό δέκα χιλιάδες ανθρώπους και καταλαμβάνει ένα νησί οκτώ τετραγωνικών μιλίων βορειοανατολικά της Παπούα Νέας Γουινέας, απέκτησε αυτή την τεράστια επιρροή του λόγω μιας ελάχιστα γνωστής ρήτρας της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας [UNLOS].

Σύμφωνα με την UNCLOS, το μεγαλύτερο μέρος του βυθού των θαλασσών –μια έκταση περίπου εκατό εκατομμυρίων τετραγωνικών μιλίων–θεωρείται η «κοινή κληρονομιά της ανθρωπότητας». Αυτή η τεράστια περιοχή διοικείται από μια ομάδα που ονομάζεται Διεθνής Αρχή Βυθών [International Seabed Authority/ISA], η οποία εδρεύει στο Κίνγκστον της Τζαμάικα.

Μεγάλες επιφάνειες του βυθού καλύπτονται με δυνητικά εξορύξιμα και δυνητικά εξαιρετικά πολύτιμα μέταλλα, με τη μορφή μαύρων σβώλων που ονομάζονται πολυμεταλλικοί όζοι. Για δεκαετίες, οι εταιρείες προσπαθούσαν να βρουν έναν τρόπο να εξορύξουν αυτά τα οζίδια.

Μέχρι στιγμής, ωστόσο, μπορούσαν να κάνουν μόνο διερευνητικές εργασίες. Άδειες για πραγματική εξόρυξη δεν μπορούν να χορηγηθούν έως ότου η ISA θεσπίσει ένα σύνολο κανονισμών που θα διέπουν τη διαδικασία, κάτι για το οποίο εργάζεται εδώ και περισσότερα από είκοσι χρόνια.

Οι πολυπλοκότητες συνεχίζονται. Για να υποβάλουν αίτηση για άδεια εξόρυξης, οι εταιρείες πρέπει να συνεργαστούν με μια χώρα που είναι συμβαλλόμενο μέρος του UNCLOS. (Τα περισσότερα έθνη στον κόσμο είναι μέλη, αλλά όχι οι Ηνωμένες Πολιτείες). Και εδώ υπεισέρχεται το Ναούρου. Υποστηρίζει μια εταιρεία που ονομάζεται Nauru Ocean Resources, η οποία είναι θυγατρική της Metals Company, μιας καναδικής εταιρείας.

Η Metals Company θέλει να εξορύξει μια περιοχή πλούσια σε οζίδια στον Ειρηνικό, μεταξύ της Χαβάης και του Μεξικού, γνωστή ως Ζώνη Clarion-Clipperton. Τον Ιούνιο, λίγο πριν η Metals Company εισαχθεί στο χρηματιστήριο ως «εταιρεία εξαγοράς ειδικού σκοπού», το Ναούρου ειδοποίησε την ISA ότι επικαλείται αυτό που έγινε γνωστό ως «κανόνας των δύο ετών». Ο κανόνας –ο οποίος είναι στην πραγματικότητα μέρος ενός παραρτήματος στο καταστατικό της UNCLOS– αναφέρει ότι «εάν υποβληθεί αίτημα από ένα κράτος», η ISA «θα» οριστικοποιήσει τους κανονισμούς εντός δύο ετών. Καθώς έχουν περάσει έξι μήνες από τότε που το Ναούρου επικαλέστηκε τον κανόνα, αυτό αφήνει μόλις δεκαοκτώ μήνες για να ολοκληρωθεί η εργασία.

Στα μέσα Δεκεμβρίου, η ISA πραγματοποίησε μια συνάντηση στην έδρα της στο Κίνγκστον. Λόγω του κορωνοϊού, πολλές χώρες δεν έστειλαν αντιπροσώπους και ορισμένες από εκείνες που συμμετείχαν προέβαλαν ενστάσεις στο διετές χρονοδιάγραμμα, με την αιτιολογία ότι δεν ήταν δυνατόν να τηρηθεί υπεύθυνα. Ωστόσο, ο Μάικλ Λοτζ, γενικός γραμματέας της ISA, δήλωσε σε ένα δελτίο Τύπου, στις 14 Δεκεμβρίου, ότι η Αρχή θα προχωρήσει: «Έχουμε ένα φορτωμένο πρόγραμμα τα επόμενα δύο χρόνια, αλλά είμαι βέβαιος ότι ο κοινός μας σκοπός θα μας επιτρέψει να κάνουμε την αναμενόμενη πρόοδο».

Τόσο το Ναούρου, όσο και η Metals Company έχουν παρουσιάσει την προσπάθεια εξόρυξης από τον βυθό ως απαραίτητη για τη μείωση των εκπομπών άνθρακα.

Οι τεχνολογίες καθαρής ενέργειας, όπως οι μπαταρίες ηλεκτρικών αυτοκινήτων, τουλάχιστον στην τρέχουσα μορφή τους, απαιτούν μέταλλα, συμπεριλαμβανομένου του κοβαλτίου, που βρίσκονται στα οζίδια σε σχετικά υψηλές συγκεντρώσεις. «Το Ναούρου είναι μέρος ενός πρωτοποριακού εγχειρήματος που θα μπορούσε σύντομα να τροφοδοτήσει την παγκόσμια πράσινη οικονομία», δηλώνει ένα βίντεο που παρήγαγε η κυβέρνηση της χώρας. «Είμαστε σε μια αναζήτηση για ένα πιο βιώσιμο μέλλον», δήλωσε ο Γκέραρντ Μπάρον, ο CEO της Metals Company, λέει στο ίδιο βίντεο.

Οι επιστήμονες του θαλάσσιου περιβάλλοντος υποστηρίζουν, ωστόσο, ότι το πιθανό κόστος της βαθιάς ωκεάνιας εξόρυξης υπερτερεί των οφελών.

Επισημαίνουν ότι ο πυθμένας του ωκεανού είναι τόσο δύσκολα προσβάσιμος που οι περισσότεροι από τους κατοίκους του είναι πιθανώς ακόμη άγνωστοι και η σημασία τους για τη λειτουργία των ωκεανών δεν είναι κατανοητή. Στο μεταξύ, η εξόρυξη στον βυθό της θάλασσας, η οποία θα γίνεται σε απόλυτο σκοτάδι, χιλιάδες πόδια κάτω από την επιφάνεια του νερού, θα είναι, λένε, σχεδόν αδύνατο να παρακολουθηθεί.

Τον Σεπτέμβριο, η Διεθνής Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης [International Union for Conservation of Nature], η οποία καταρτίζει την «κόκκινη λίστα» των ειδών που απειλούνται με εξαφάνιση, ζήτησε ένα παγκόσμιο μορατόριουμ στην εξόρυξη βαθέων υδάτων. Η ομάδα εξέδωσε μια δήλωση που εγείρει ανησυχίες ότι «η απώλεια βιοποικιλότητας θα είναι αναπόφευκτη εάν επιτραπεί η εξόρυξη βαθέων υδάτων» και «ότι οι συνέπειες για τη λειτουργία του ωκεάνιου οικοσυστήματος είναι άγνωστες».

Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι η ίδια η δομή της ISA την προκαταλαμβάνει υπέρ της εξόρυξης.

Για να χρηματοδοτηθεί, ο οργανισμός εξαρτάται από αμοιβές από εταιρείες που εκτελούν διερευνητικές εργασίες και από συνεισφορές από τα κράτη μέλη.

Πολλά κράτη μέλη φαίνεται να έχουν σταματήσει να πληρώνουν. Μια έκθεση του 2020 απαριθμούσε σχεδόν εξήντα χώρες που οφείλουν συνεισφορές τουλάχιστον δύο ετών. Η ISA αναμένεται να λαμβάνει ένα ποσοστό από τα κέρδη από τις εξορύξεις βυθού εάν αυτές προχωρήσουν. Η πιθανότητα σύγκρουσης συμφερόντων φαίνεται να είναι αρκετά στοιχειώδης. (Η ISA είπε ότι δεν μπορούσε να σχολιάσει αυτή τη στιγμή).

Το Ναούρου, από την πλευρά του, έχει μακρά ιστορία καταστροφικών επιχειρηματικών συμφωνιών. Ξεκινώντας από τις αρχές του εικοστού αιώνα, το νησί απογυμνώθηκε από τα περισσότερα από τα κοιτάσματα φωσφορικών αλάτων του, μια διαδικασία που μετέτρεψε ένα μεγάλο μέρος του σε έρημο. Το 1968, το Ναούρου, το οποίο διοικούνταν από την Αυστραλία, απέκτησε την ανεξαρτησία του. Η χώρα χρησιμοποίησε τον πλούτο της, που εξακολουθούσε να παράγεται από την εξόρυξη φωσφορικών αλάτων, για να επενδύσει σε μια σειρά ζημιογόνων εγχειρημάτων. Τώρα βασίζεται στην εξόρυξη από το βυθό της θάλασσας.

Πρέπει ο υπόλοιπος κόσμος να επιτρέψει στο Ναούρου να υπαγορεύσει το χρονοδιάγραμμα των αποφάσεων για το πώς θα κυβερνηθεί ο βυθός; Η απάντηση φαίνεται να εμπεριέχεται στο ίδιο το ερώτημα.

Η διάσημη ωκεανογράφος Σύλβια Ερλ έχει αποκαλέσει την προσπάθεια να τεμαχιστεί ο βυθός του ωκεανού σε δικαιώματα εξόρυξης ως τη «μεγαλύτερη αρπαγή γης στην ιστορία της ανθρωπότητας».

Και όμως, εκτός κι αν πολλά άλλα έθνη αποφασίσουν τελικά να εστιάσουν στο θέμα, αυτό φαίνεται ότι είναι πολύ πιθανό να συμβεί.

«Οι χώρες δεν έχουν πραγματικά αντιμετωπίσει την πραγματικότητα, η οποία είναι ότι εξαναγκάζονται από αυτόν τον κανόνα των δύο ετών», είπε σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Ντάνκαν Κάρι, ένας διεθνής δικηγόρος που συμβουλεύει τον Deep Sea Conservation Coalition, μια άλλη ομάδα που έχει ζητήσει μορατόριουμ για την εξόρυξη του βυθού. «Και, λοιπόν, τον Ιούλιο του 2023, θα πρέπει να ληφθεί μια απόφαση για το αν θα ακολουθήσουμε έναν μονόδρομο προς την εξόρυξη βαθέων υδάτων εις βάρος του θαλάσσιου περιβάλλοντος ή εάν θα συνεχίσουμε να το αντιμετωπίζουμε με προσοχή. Και, δυστυχώς, είναι μια κατάσταση που πρέπει να επιλεγεί ή το ένα ή το άλλο», ανέφερε.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο New Yorker, στις 26 Δεκεμβρίου 2021.

Μπορείτε να βρείτε το αρχικό άρθρο εδώ