Η κυκλική οικονομία παρουσιάζεται ως η πιο αποτελεσματική λύση αντιμετώπισης της λειψυδρίας, μιας από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αναμένουμε στο μέλλον. Τα οφέλη της στη γεωργία στην πραγματικότητα είναι ήδη εμφανή, καθώς το πότισμα με τα επεξεργασμένα λύματα μπορεί να δώσει διπλή λύση στο πρόβλημα: προσφέρει νερό αλλά και θρεπτικά στοιχεία.

-Έλα, Jorge, τρέξε! Μία μέδουσα τσίμπησε την Τερέζα στο νερό, κατούρησε πάνω της!

– Όχι, εντάξει, δεν πονάει τόσο.

Έτσι απάντησα στην γιαγιά μου ώστε να μην κατουρήσει ο αδερφός μου πάνω μου. Τι αηδία! Σε αυτό, η γιαγιά μου πάντα έλεγε ότι τα ούρα είναι κάτι δικό μας και αν δεν θέλω να αηδιάζω, πρέπει να προσέχω τι τρώω. Τριάντα χρόνια μετά, βρήκα το ‘Aurin‘, ένα μπουκάλι με ούρα προς πώληση, που δεν χρησιμοποιείται για τα τσιμπήματα της μέδουσας αλλά για τα φυτά, δηλαδή, για την καλλιέργεια των τροφίμων μας. Ένα υγρό που περιέχει όλα τα πολύτιμα θρεπτικά συστατικά που υπάρχουν στα ούρα μας και χρησιμοποιείται σαν λίπασμα.

Τα τρόφιμά μας καλλιεργούνται συχνά με τα ούρα και ακόμα με τα περιττώματα των αγελάδων ή των χοίρων. Η κοπριά των κατσικών είναι στην πραγματικότητα ωφέλιμη για το έδαφος και αυξάνει την παραγωγικότητα. Σε κάποιες χώρες χρησιμοποιούν τα «ανθρώπινα περιττώματα» -δηλαδή, τα αστικά λύματα- για το πότισμα. Είναι μία μείξη του νερού που προέρχεται από το ντους, την κουζίνα, την τουαλέτα ή το πλυντήριο. Στην Κύπρο, από το 2004, το δίκτυο συλλογής των λυμάτων υπόκειται σε διάφορες επεξεργασίες για να παράγει ανακτημένο νερό, το οποίο μετέπειτα χρησιμοποιείται για το πότισμα αγροτικών καλλιεργειών και περιοχών πρασίνου.

Το Ισραήλ είναι πρωτοπόρο στην χρήση του ανακτημένου νερού στην γεωργία. Με επενδύσεις συνολικά πάνω από 700 εκατομμύρια δολάρια τα τελευταία 20 χρόνια, η ανάκτηση των λυμάτων έχει προσφέρει στο Ισραήλ έναν τρόπο ενίσχυσης της οικονομικής ανάπτυξης, ενώ παράλληλα ενισχύει την ανάταση της χώρας σε συνθήκες μεγάλης ξηρασίας λόγω της κλιματικής αλλαγής. Ωστόσο, υπάρχει ένα κενό στη διαχείριση του νερού: στο μοντέλο μας της γραμμικής οικονομίας, με τη προσέγγιση παίρνω-χρησιμοποιώ-απορρίπτω, αποκτούμε το νερό από υπόγειες πηγές, από τη βροχή ή από οποιαδήποτε άλλη πηγή για να το χρησιμοποιήσουμε στη γεωργία, τη βιομηχανία ή τις κατοικίες. Η λειψυδρία χτυπάει την πόρτα στο νότο της Ευρώπης και συνδέεται τόσο με την ποσότητα αλλά και την ποιότητα του νερού.

Ένα από τα βασικά λάθη είναι ότι αυτά τα λύματα δεν είναι ακριβώς απόβλητα αλλά περιλαμβάνουν θρεπτικά στοιχεία και έχουν υποστεί μία προηγμένη επεξεργασία. Καταναλώνουμε φαγητό και το αφοδεύουμε αλλά το φαγητό μας έχει θρεπτικά συστατικά το ίδιο και τα περιττώματα. Η γεωργία δεν χρειάζεται μόνο νερό, αλλά και λιπάσματα, έτσι ώστε όταν ποτίζουμε με επεξεργασμένα λύματα, δίνουμε διπλή λύση στο πρόβλημα: νερό και θρεπτικά στοιχεία, αυτή είναι μία από τις λύσεις της κυκλικής οικονομίας.

Είμαστε έτοιμοι για να διαγράψουμε τον όρο «απόβλητα» από το λεξιλόγιο μας; Στο μέλλον, μπορεί να μην υπάρχει στο λεξικό. Στην κυκλική οικονομία που θα εδραιωθεί τις επόμενες δεκαετίες μπορούμε να φανταστούμε πόλεις με κάθετους πράσινους κήπους που παράγουν τρόφιμα, επεξεργάζονται τα λύματα και το ανακτημένο νερό χρησιμοποιείται έτσι για το πότισμα των φυτών. Οι πόλεις θα παράγουν τρόφιμα με τους δικούς τους πόρους.

Με την τεχνολογία πλέον είναι εφικτό, μιας και οι επιστήμονες μαζί με την βιομηχανία και τον δημόσιο τομέα, δημιουργούν πιλοτικά προγράμματα σε αυτά τα συστήματα. Τα έργα FIT4REUSE και HYDROUSA αναπτύσσουν μία πρακτική περίπτωση στο νησί της Λέσβου, όπου το σύστημα ανακτά λιπάσματα, βιοαέριο και ανακτημένο νερό για το πότισμα από τα λύματα του δήμου.

Σε πολιτικό επίπεδο, στη Νότια Ευρώπη, όπου το νερό είναι μία πρόκληση, υπάρχουν ήδη εθνικοί κανονισμοί: στην Ισπανία από το 2007 και στην Ελλάδα από το 2011. Από πέρυσι έχει εγκριθεί ο κανονισμός ΕE 2020/741 για την εκ νέου χρήση του νερού για το πότισμα -και τις ελάχιστες προϋποθέσεις του. Αναμένεται ότι θα εφαρμοστεί σύντομα, περίπου το 2023. Προς αυτή την κατεύθυνση, το έργο SUWANU προσφέρει δωρεάν μαθήματα εξοικείωσης ως προς τη χρήση του σε στρατηγικούς σχεδιασμούς αλλά ως προς το νέο κανονισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αγγλικά, ισπανικά, γαλλικά, ιταλικά και σε άλλες πέντε γλώσσες.

 

Αλλά είναι έτοιμη η κοινωνία μας για να καταναλώσει τρόφιμα που έχουν καλλιεργηθεί με ανθρώπινα περιττώματα; Οι άνθρωποι συνήθως αναπτύσσουν ένα ψυχολογικό εμπόδιο – μία αίσθηση αποστροφής – λόγω του συναισθήματος της ενόχλησης που συνδέεται με την πηγή του νερού. Οι προκλήσεις για μία πιο αποτελεσματική διαχείριση του νερού είναι κατά ένα μεγάλο μέρος κοινωνικές. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε τον «παράγοντα αποστροφής» για να προωθήσουμε την κατανόηση ανάμεσα σε διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη. Το πρόγραμμα Water Scarcity του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Καινοτομίας και Τεχνολογίας (EIT) συγκεντρώνει τους ειδικούς στο νερό και τους εταίρους από διάφορους τομείς δραστηριότητας, με σκοπό να συνεργαστούν και να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της λειψυδρίας στη Νότια Ευρώπη. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει τη συμμετοχή στη διαδικτυακή διοργάνωση με την ονομασία Ακαδημία του Νερού [Water Academies], με σεμινάρια που απευθύνονται στον τομέα της αγροδιατροφής, στις εταιρείες νερού, στους δήμους, στον τομέα του τουρισμού, στις βιομηχανίες παραγωγής, στις μικρομεσαίες εταιρείες, σε φοιτητές/τριες, σε δημοσιογράφους και στε πολιτικούς παράγοντες -μεταξύ άλλων. Σκοπός η δημιουργία ενός παραγωγικού διαλόγου για ένα τόσο σημαντικό θέμα όπως αυτό.

Η Ευγενία Τσιάνου είναι υπεύθυνη της επικοινωνίας της επιστήμης στην DISSCO. Η Carmen Galindo Rodríguez είναι project manager στο EIT Food South.

 

 

Μπορείτε να βρείτε το αρχικό άρθρο εδώ