Το περασμένο Σαββατοκύριακο 15-16 Μαΐου πραγματοποιήθηκαν εκλογές για την εκλογή υποψηφίων για συνταγματικές συμβάσεις, περιφερειακούς κυβερνήτες, δήμαρχους και συμβούλους.
Τελειώνοντας αυτό το άρθρο τα στοιχεία έλεγαν ότι από τα 14 εκατομμύρια 900 χιλιάδες άτομα εξουσιοδοτημένα να ψηφίσουν, μόνο το 40% πήγε στις κάλπες.

Γράφει ο Andrés Figueroa Cornejo.*

 

Στην ψηφοφορία, η αποκαλούμενη δεξιά πολιτική κέρδισε πολύ λιγότερο από το 1/3 των συμβατικών εδρών, γεγονός που καθιστά αδύνατο να εμποδίσει ορισμένες πρωτοβουλίες που δεν εκπροσωπούν τον τομέα της, ενώ οι περισσότερες από τις θέσεις ελήφθησαν από αυτό που η φιλελεύθερη κοινωνιολογία αποκαλεί «κεντρώα αριστερά», που συμμετείχε κατακερματισμένη σε διαφορετικές λίστες.

Χωρίς αμφιβολία, τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα, οι επαγγελματίες της πολιτικής, ήταν οι μεγάλοι ηττημένοι στην εκλογική λογική. Η ακόλουθη σύντομη ανάλυση βασίζεται στο φαινόμενο της υψηλής εκλογικής αποχής και στην κατάσταση της αντι-καπιταλιστικής αριστεράς.

Η κρίση της αντιπροσωπευτικότητας και της νομιμότητας της λεγόμενης «εκλογικής δημοκρατίας» στη Χιλή είναι ένα μακροχρόνιο φαινόμενο που πρωτοξεκίνησε με τη μετάβαση που συμφωνήθηκε μεταξύ της δικτατορίας του Πινοσέ, των συμφερόντων του Πενταγώνου των ΗΠΑ και των ηγετών των σοσιαλφιλελεύθερων κομμάτων, όπως η Χριστιανική Δημοκρατία και ένας τομέας του Σοσιαλιστικού Κόμματος, στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές της δεκαετίας του ’90, του 20ού αιώνα. Πριν από αυτά, εκτός από τις χίλιες ημέρες της Λαϊκής Ενότητας του Σαλβαδόρ Αλιέντε, οι εργατικές και λαϊκές τάξεις δεν είχαν ποτέ μια φιλελεύθερη δημοκρατία, ικανή να εντάξει τα κοινωνικά και ανθρώπινα δικαιώματα στη ζωή του πληθυσμού.

Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι στο δημοψήφισμα της 25ης Οκτωβρίου σχετικά με την έγκριση ή την απόρριψη της μεταρρύθμισης του Συντάγματος, που είχε συνταχθεί από τη δικτατορία του Πινοσέ το 1980, η έγκριση έλαβε το 80% και η απόρριψη 20%, μια σειρά λόμπι και συναλλαγών – τυπικές ενός δικομματικού πολιτικού συστήματος (απομίμηση του αμερικανικού συστήματος μεταξύ Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατών) και νοθευμένο από τα συμφέροντα των μεγάλων οικονομικών ομάδων συνδυασμένων κεφαλαίων, κατέληξε να μετατρέψει την εκλογή υποψηφίων για την επόμενη συνταγματική σύμβαση σε μια αντιδημοκρατική φόρμουλα και από τεχνικής και από νομικής άποψης.

Μεταξύ των καθοριστικών παραγόντων που προσπαθούν να εξηγήσουν ένα τέτοιο σενάριο, δεν αρκεί ο συμβιβασμός των τάξεων και της συμπαιγνίας συμφερόντων του πολιτικού συστήματος, με λίγες εξαιρέσεις. Μια συγκεκριμένη εκλογική ερμηνεία δηλώνει ότι η συνταγματική σύμβαση είναι το αποτέλεσμα της κοινωνικής και λαϊκής εξέγερσης που συγκλόνισε την κοινωνία από τις 18 Οκτωβρίου 2019, έως περίπου τον Μάρτιο του 2020, όταν η πανδημία Covid-19 ξεκίνησε να έχει επιπτώσεις στον πληθυσμό, ένα φαινόμενο που περιόρισε ουσιαστικά την ρητή ταξική πάλη, όπως συνέβη άλλωστε σε ολόκληρο τον κόσμο. Σε αυτό το πλαίσιο, κατά τη διάρκεια των ημερών της κοινωνικής κινητοποίησης, ζητήθηκε η αποχώρηση του καθεστώτος του Σεμπαστιάν Πινιέρα, αλλά κανείς, με εναρμονισμένο τρόπο, δεν μίλησε για μια συνταγματική σύμβαση. Δηλαδή, χωρίς την εξέγερση που ξεκίνησε στις 18 Οκτωβρίου, δεν θα υπήρχε συνταγματική σύμβαση, αλλά δεν ήταν αυτό το αίτημα που προκάλεσε τις διαμαρτυρίες. Επιπλέον, οι κυρίαρχες δυνάμεις και τάξεις μεταβόλισαν υπέρ τους μια διαδικασία ταξικής πάλης που, λόγω της Covid-19 και των υγειονομικών μέτρων που απαιτήθηκαν, δεν κατάφερε να αποτελέσει ένα χειραφετητικό στρατηγικό πολιτικό σχέδιο, ενώ τα πολιτικά του μέσα για να συγκρατήσει και να ενισχύσει αυτή την απόπειρα βρέθηκαν “σε αναμονή”.

Από την άλλη πλευρά, ορισμένοι τομείς της κοινωνικής εξέγερσης κατάφεραν να παρουσιάσουν ως κεντρικό αίτημα την πραγματοποίηση μιας λαϊκής συνέλευσης που θα γράψει εκ νέου το Σύνταγμα. Μιλάμε εδώ για μια πολιτική εξίσωση που δεν έχει καμία σχέση με τη συνταγματική σύμβαση. Με άλλα λόγια, πριν από την πτώση μιας έντονης στιγμής ταξικής πάλης, η πανδημία λειτούργησε ως δεξαμενή οξυγόνου, όχι μόνο για το ακραίο δεξιό καθεστώς Πινιέρα, αλλά και για όλες τις ομάδες, τα κόμματα, τις οντότητες που λειτουργούσαν με την καπιταλιστική, αυταρχική τάξη, την πατριαρχία, το ρατσισμό και τον συντηρητισμό που χαρακτηρίζει το κατεστημένο στη Χιλή.

Πέρα από τους έντιμους και καλοπροαίρετους προοδευτικούς τομείς που έθεσαν υποψηφιότητες για συμμετοχή στη συνταγματική σύμβαση (έχοντας να αντιμετωπίσουν μεγάλες δυσκολίες, παρεμπιπτόντως) και μάλιστα πήραν ενδιαφέροντα ποσοστά, αποφέροντας χτύπημα στην πολιτική δεξιά· Όσον αφορά την αντισυστημική αριστερά, καθώς το κίνημα της 18ης Οκτωβρίου δεν έχει ακόμη κρυσταλλωθεί σε ένα απελευθερωτικό, αντικαπιταλιστικό πολιτικό κατασκεύασμα, με νέες αλλά συγκεκριμένες οργανικές εκφράσεις, για άλλη μια φορά οι σχέσεις δύναμης εξέφρασαν το κυρίαρχο σύμπλεγμα που παράγει και αναπαράγει το καθεστώς κέρδους. Ο θρίαμβος των ανεξάρτητων υποψηφίων, ακόμη και της θεσμικής αριστεράς, από μόνος του, δεν σηματοδοτεί αλλαγή στο πολιτισμικό πρότυπο προς μια αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Ναι, πιθανώς και υπό ορισμένες προϋποθέσεις (ειδικά αν ο σκοπός τους ενώσει), μπορεί να δώσει στον «προοδευτισμό» μεγαλύτερη ικανότητα διαπραγμάτευσης με την πολιτική δεξιά.

 

Αποχή

Το γεγονός ότι ο πληθυσμός δεν πήγε να ψηφίσει λόγω έλλειψης εκλογικής διαφήμισης, εξαιτίας της πανδημίας ή άλλων διοικητικών προβλημάτων, αποτελεί ένα ακόμα αποτέλεσμα των ίδιων δυσμενών σχέσεων εξουσίας σε αντιπαράθεση με τα συμφέροντα των εργατικών και λαϊκών τάξεων.

Σήμερα υπάρχουν πολλές συζητήσεις για την «αποσύνδεση από την πραγματικότητα» που έχουν υποστεί οι διάφορες εκδηλώσεις της επικρατούσας τάξης. Προφανώς, αυτή η «αποσύνδεση από την πραγματικότητα» δεν είναι χαρακτηριστικό της δεξιάς πολιτικής αλλά και της επίσημης αντιπολίτευσης.

Εάν ο πληθυσμός δεν προσήλθε στις κάλπες σε αυτές τις εκλογές, αυτό οφείλεται επίσης στο γεγονός ότι οι ανάγκες που οδηγούν τους άμεσους πραγματικούς αγώνες τους δεν σχετίζονται με τη δυναμική και τις προσφορές των «επαγγελματιών πολιτικών». Ούτε σχετίζονται με ένα κοινωνικό σενάριο που αποκτά επίγνωση των συμφερόντων τους, των δικαιωμάτων τους, των αρχών και της πολιτικοποίησής τους μόνο ενόσω βρίσκονται σε εξέλιξη λαϊκές εξεγέρσεις.

 

*O Andrés Figueroa Cornejo έχει σπουδάσει δημοσιογραφία και επικοινωνία στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγο και είναι συχνός αρθρογράφος πολιτικού ρεπορτάζ του χιλιανού γραφείου του πρακτορείου pressenza.


Μετάφαση από ισπανικά: Pressenza Athens.