— Του Μπάμπη Μιχάλη, δημοσιεύθηκε στην ΕΦ.ΣΥΝ, το Μάρτιο του 2016.

 

Τον Φεβρουάριο του 2016, η Παγκόσμια Τράπεζα εκτίμησε ότι το οικονομικό κόστος του εμφύλιου πολέμου στη Συρία θα φτάσει τα 35 δισ. δολάρια, με μεγάλη πιθανότητα όμως να τα ξεπεράσει κατά πολύ αν δεν υπάρξει σύντομα συμφωνία ειρήνευσης. Το ποσό αυτό είναι ωστόσο υποπολλαπλάσιο του αντίστοιχου που εκτιμούν η ΜΚΟ World Vision International και η συμβουλευτική εταιρεία Frontier Economics.

Εστιάζοντας εκτός των στρατιωτικών δαπανών και στις σημαντικότερες οικονομικές απώλειες -στους τομείς της παραγωγής, των υπηρεσιών και της εκπαίδευσης- η έρευνα των παραπάνω δύο φορέων υποστηρίζει ότι το συνολικό κόστος του πολέμου στη Συρία από το 2011 ανέρχεται έως σήμερα στα 275 δισ. δολάρια, ενώ αν η εμφύλια σύρραξη συνεχιστεί μέχρι το 2020 θα φτάσει στο 1,3 τρισ. δολάρια.

Οι World Vision International και Frontier Economics εκτιμούν ότι ακόμη κι αν ο πόλεμος τελείωνε στη διάρκεια του 2016 το συνολικό κόστος θα ήταν εξίσου μεγάλο, στα 448-689 δισ. δολάρια. Και όλα αυτά βάσει του αισιόδοξου σεναρίου, ότι το συριακό ΑΕΠ θα επανέλθει στο επίπεδο προ 2011 σε βάθος δεκαπενταετίας.

Πρόκειται για χαμένα χρήματα, χρήματα που δεν πρόκειται να αναπληρωθούν ποτέ, που δεν θα επενδυθούν ποτέ στην εκπαίδευση, την υγειονομική περίθαλψη, το περιβάλλον, την οικονομική ανάπτυξη, τις καλύτερες συνθήκες για τους πολίτες της Συρίας. Πρόκειται για χρήματα που καταλήγουν σε μεγάλο βαθμό στα ταμεία των 100 μεγαλύτερων εταιρειών παραγωγής όπλων και παροχής στρατιωτικών υπηρεσιών του κόσμου.
Πάντως, αν οι παραπάνω εκτιμήσεις των World Vision International και Frontier Economics επιβεβαιωθούν, τότε ο εμφύλιος της Συρίας θα είναι ένας από τους πιο ακριβούς πολέμους της Ιστορίας.

Αντλώντας στοιχεία από την Επιτροπή Ερευνών του Αμερικανικού Κογκρέσου για το κόστος των στρατιωτικών επεμβάσεων της υπερδύναμης, το ρωσικό ειδησεογραφικό πρακτορείο RIA Novosti εστίασε στους πέντε πιο ακριβούς πολέμους μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Μετρώντας από τα κάτω προς τα πάνω, τα στοιχεία που παρατίθενται είναι αποκαλυπτικά και τροφοδοτούν εύλογα ερωτήματα για τον πραγματικό σκοπό των δαπανηρότερων στρατιωτικών επεμβάσεων των τελευταίων 65 ετών στον κόσμο:
#5   Οι βομβαρδισμοί του NATO στη Γιουγκοσλαβία: 43 δισ. δολάρια
Ο πόλεμος στο Κόσοβο τελείωσε με την επιχείρηση του ΝΑΤΟ Allied Force, η οποία διήρκεσε 78 ημέρες, με επιθέσεις των συμμαχικών αεροσκαφών κατά στρατιωτικών -και όχι μόνο- στόχων και υποδομών στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις δημοσιογράφων του BBC και ειδικών επί στρατιωτικών θεμάτων του βρετανικού στρατιωτικού εκδοτικού οίκου Janes, το κόστος των βομβαρδισμών ανήλθε στα 43 δισ. δολάρια.

Στη διάρκεια των επιχειρήσεων, τα συμμαχικά αεροσκάφη έριξαν περισσότερες από 23.000 βόμβες καταστρέφοντας περίπου το 50% της παραγωγικής ικανότητας της οικονομίας. Η Σερβία εκτιμά τις ζημιές της στα 29,6 δισ. δολάρια. Οι αεροπορικές επιδρομές του ΝΑΤΟ προκάλεσαν τον θάνατο περισσότερων των 1.700 πολιτών και τον τραυματισμό 10.000.

Συνολικά το ΝΑΤΟ πραγματοποίησε περίπου 35.000 αεροπορικές εξορμήσεις και προέβη στην εκτόξευση περισσότερων των 550 τηλεκατευθυνόμενων πυραύλων. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι πυρομαχικά περίπου 15.000 τόνων απεμπλουτισμένου ουρανίου ρίχτηκαν σε στόχους στη Σερβία και στο Κόσοβο κυρίως μέσω των βομβαρδισμών. Η χρήση αυτών των όπλων εκτιμάται ότι οδήγησε σε δραματική αύξηση των καρκίνων στην περιοχή.

Η εκστρατεία των συμμάχων οδήγησε στην απόσχιση του Κοσόβου από τη Σερβία το 2008 και στην ανεξαρτησία του, που ωστόσο αρκετές χώρες, όπως οι Σερβία, Ρωσία, Κίνα, Ινδία και Βραζιλία δεν έχουν αναγνωρίσει ακόμη.

#4   Ο Πόλεμος στον Περσικό Κόλπο: 102 δισ. δολάρια
Ο πόλεμος στον Περσικό μπορεί να θεωρηθεί από τις πιο παροδικές συγκρούσεις στην ιστορία των ΗΠΑ. Η επιχείρηση μιας πολυεθνικής συμμαχίας χωρών υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών και την κωδική ονομασία Καταιγίδα της Ερήμου ξεκίνησε με αφορμή την εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ και διήρκεσε 42 ημέρες.

Ολοκληρώθηκε με την απελευθέρωση του Κουβέιτ και την αποχώρηση των ιρακινών δυνάμεων. Στην Καταιγίδα της Ερήμου δοκιμάστηκε για πρώτη φορά μια νέα υψηλή τεχνολογία πολέμου στην οποία περιλαμβάνονταν αεροπορικές επιδρομές με χρήση «έξυπνων», υψηλής ακρίβειας κατευθυνόμενων όπλων, ηλεκτρονικός πόλεμος και βέβαια ελεγχόμενη εικοσιτετράωρη κάλυψη από ειδησεογραφικά πρακτορεία όπως το CNN. Σύμφωνα με την Υπηρεσία Ερευνών του Κογκρέσου, η επιχείρηση κόστισε στις ΗΠΑ 102 δισ. δολάρια και τις ζωές 298 στρατιωτών.

Για το Ιράκ, κόστισε τη ζωή 20.000-30.000 στρατιωτών και τον τραυματισμό περισσότερων από 75.000. Οι τόνοι του απεμπλουτισμένου ουρανίου που ρίχτηκαν με τους βομβαρδισμούς των συμμάχων εκτιμάται ότι αύξησαν δραματικά τα ποσοστά καρκίνου μεταξύ των ιρακινών στρατιωτικών και πολιτών. Σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές, τα ποσοστά του καρκίνου αυξήθηκαν από 40 ανά 100.000 ανθρώπους πριν από τον Πόλεμο του Κόλπου το 1991, σε 800 ανά 100.000 το 1995 και σε πάνω από 1.600 ανά 100.000 το 2005.

#3   Ο πόλεμος της Κορέας: 341 δισεκατομμύρια δολάρια
Στις 25 Ιουνίου του 1950 τα στρατεύματα της Βόρειας Κορέας διέσχισαν τον 38ο παράλληλο ξεκινώντας επίθεση κατά της Νότιας Κορέας. Την ίδια ημέρα, το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών υιοθέτησε ψήφισμα που πρότειναν οι ΗΠΑ υπέρ της στρατιωτικής βοήθειας στη Νότια Κορέα. Δυνάμεις του ΟΗΕ, αποτελούμενες κυρίως από αμερικανικά στρατεύματα και υπό τις διαταγές του στρατηγού Ντάγκλας ΜακΑρθουρ, επιχείρησαν στη χερσόνησο.

Η παρέμβαση της Κίνας στον πόλεμο επέτρεψε στη Βόρεια Κορέα να ανακτήσει τις χαμένες θέσεις της και τη συνέχιση του πολέμου για τρία χρόνια. Αντικειμενικά ο πόλεμος τελείωσε με την υπογραφή της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός το 1953. Ωστόσο οι δύο Κορέες δεν έχουν ακόμη υπογράψει ειρηνευτική συμφωνία.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι συμμαχικοί βομβαρδισμοί κατέστρεψαν περισσότερα από τα 3/4 των πληθυσμιακών κέντρων της Βόρειας Κορέας. Οι ΗΠΑ έριξαν βόμβες συνολικού όγκου 635.000 τόνων, συμπεριλαμβανομένων και 32.000 τόνων Ναπάλμ, στη χερσόνησο.

Ογκος μεγαλύτερος από το σύνολο των βομβών που έριξαν στην εκστρατεία τους στον Ειρηνικό κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Πόλεμος της Κορέας κόστισε στις ΗΠΑ 341 δισεκατομμύρια δολάρια και 34.000 θανάτους στρατιωτών στις μάχες. Ακόμη μεγαλύτερες ήταν οι απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό για τους Κορεάτες.

#2   Ο πόλεμος του Βιετνάμ: 738 δισ. δολάρια
Το 1965, η επίθεση Βορειοβιετναμέζων ανταρτών σε στρατιωτική βάση των ΗΠΑ, στο Pleiku του κεντρικού Βιετνάμ, αποτελεί την αφορμή για την επιχείρηση Rolling Thunder, η οποία είναι η μεγαλύτερη επιχείρηση βομβαρδισμών της πολεμικής αεροπορίας των ΗΠΑ μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι αεροπορικές επιδρομές στο Βόρειο Βιετνάμ διήρκεσαν οκτώ χρόνια και κόστισαν στην Ουάσινγκτον περίπου 900 εκατ. δολάρια. Μεταξύ 1965 και 1975, η πολεμική αεροπορία των ΗΠΑ έριξε στο Βιετνάμ, το Λάος και την Καμπότζη 7,6 εκατομμύρια τόνους βομβών, σχεδόν τριπλάσια ποσότητα αυτών που έριξε στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Επιπλέον, ψέκασαν με δηλητήρια αποφύλλωσης και απογύμνωσης των δασών πάνω από το 20% της έκτασης του Νότιου Βιετνάμ, καταστρέφοντας εκατομμύρια εκτάρια γεωργικής γης και ζούγκλας. Ο Πορτοκαλί Παράγοντας (Agent Orange) -η κωδική ονομασία ενός από τα φυτοκτόνα και αποφυλλωτικά δηλητήρια που χρησιμοποίησε ο αμερικανικός στρατός- εκτιμάται ότι σκότωσε ή ακρωτηρίασε 400.000 ανθρώπους και ήταν υπεύθυνος για 500.000 παιδιά γεννημένα με δυσμορφίες.

Η κυβέρνηση του Βιετνάμ υποστηρίζει ότι σήμερα περίπου 3 εκατομμύρια άνθρωποι συνεχίζουν να υποφέρουν από ασθένειες που σχετίζονται με το Agent Orange, ενώ ο Ερυθρός Σταυρός του Βιετνάμ θεωρεί ότι πάνω από 1 εκατομμύριο άνθρωποι είναι ανάπηροι ή πάσχουν από σοβαρά προβλήματα υγείας τα οποία προκλήθηκαν από τις αμερικανικές αεροπορικές επιχειρήσεις. Ο πόλεμος έληξε το 1973 με την απόσυρση των δυνάμεων των ΗΠΑ και την ενοποίηση του Βιετνάμ το 1975, με συνολικό κόστος που υπολογίζεται στα 738 δισ. δολάρια.

#1   Ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας (εκστρατείες σε Ιράκ, Αφγανιστάν): έως 6 τρισεκατομμύρια δολάρια
Μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, ο Αμερικανός πρόεδρος Τζορτζ Μπους εξαπέλυσε την επιχείρηση Διαρκής Ειρήνη (Operation Enduring Freedom), μια σειρά από εκστρατείες σε διάφορες χώρες του πλανήτη -από το Αφγανιστάν, το Ιράκ και το Πακιστάν έως την Υεμένη, τη Σομαλία, τις Φιλιππίνες και την Ινδονησία- που φαινομενικά είχαν στόχο την πάταξη της διεθνούς τρομοκρατίας και της Αλ Κάιντα.

Η Υπηρεσία Ερευνών του Κογκρέσου εκτιμά ότι μεταξύ 2001 και 2010 το συνολικό κόστος αυτού του πολέμου έφτασε τα 1,147 τρισ. δολάρια. Ωστόσο, σύμφωνα με μια άλλη εκτίμηση -της καθηγήτριας του John F. Kennedy School of Government, Linda Bilmes, του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, το 2013, εάν συνυπολογιστεί και το κόστος της μακροχρόνιας ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης των βετεράνων του πολέμου, οι αποζημιώσεις σε όσους εξ αυτών έμειναν ανάπηροι, η αναπλήρωση των πόρων του αμερικανικού στρατού που καταναλώθηκαν, το κοινωνικό και οικονομικό κόστος, τότε το συνολικό κόστος του πολέμου κατά της τρομοκρατίας προσεγγίζει τα 4-6 τρισ. δολάρια.

Ειδικά για τους βετεράνους στρατιώτες και αξιωματικούς των ΗΠΑ που συμμετείχαν στις εκστρατείες του Αφγανιστάν και του Ιράκ, η Bilmes επισημαίνει ότι χορηγήθηκε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σε 886.161 άτομα και ότι εξ αυτών οι 783.623 έχουν καταθέσει αιτήσεις για επιδόματα αναπηρίας στη Διοίκηση των Βετεράνων. Οπως χαρακτηριστικά επισημαίνει, «το μεγαλύτερο μέρος του λογαριασμού δεν έχει ακόμη καταβληθεί».

Πέραν των ανθρώπινων απωλειών, όμως, μπορεί να ειπωθεί ότι ο πόλεμος αυτός δεν τελείωσε ποτέ. Επειτα από μία δεκαετία εκτεταμένης θρησκευτικής βίας, μεγάλα τμήματα του δυτικού Ιράκ κατέχονται σήμερα από τους μαχητές του «Ισλαμικού κράτους», ενώ στο Αφγανιστάν μεγάλα τμήματα της χώρας περνούν ξανά στα χέρια των Ταλιμπάν, καθώς τα συμμαχικά στρατεύματα αποχωρούν.

Σύμφωνα με αρκετούς εμπειρογνώμονες, ο εμφύλιος πόλεμος στη Συρία και η εμπλοκή του ISIS εκεί είναι απόρροια, συνέχεια και παρακλάδι του πολέμου κατά της τρομοκρατίας που ξεκίνησε στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας ο Τζορτζ Μπους.

Δεδομένου αυτού αλλά και των αναμενόμενων υψηλότερων δαπανών για ασφάλεια, στις οποίες φαίνεται ότι θα υποχρεωθούν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις μετά την τρομοκρατική επίθεση στις Βρυξέλλες, οι συνολικές δαπάνες του ατελεύτητου πολέμου κατά της τρομοκρατίας θα ξεπεράσουν πιθανότατα το κόστος της στρατιωτικής συμμετοχής των ΗΠΑ στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο -που αποτιμάται (σε τιμές 2011) στα 4,1 τρισ. δολάρια.

Κάτι τέτοιο υποδηλώνει ότι πιθανότατα ο πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία θα είναι όχι μόνον ακριβότερος από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά πιθανότητα και ο ακριβότερος στην ανθρώπινη ιστορία.

Προς όφελος βέβαια της παγκόσμιας πολεμικής βιομηχανίας, των εταιρειών που εξειδικεύονται στα συστήματα ασφαλείας και των μεγάλων εταιρειών παροχής στρατιωτικών υπηρεσιών.

Μόνιμος νικητής η πολεμική βιομηχανία
Αν υπάρχει ήδη ένας νικητής στον πόλεμο εναντίον της τρομοκρατίας και του «Ισλαμικού κράτους», τότε σίγουρα αυτός είναι η παγκόσμια πολεμική βιομηχανία.

Σε μια ανάλυσή του στη βρετανική «Independent» το φθινόπωρο του 2014, ο έγκυρος αναλυτής σε θέματα Μέσης Ανατολής, Ρόμπερτ Φισκ, τόνιζε ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Συρία, σε μόνο μία ημέρα, το αμερικανικό ναυτικό είχε εκτοξεύσει 47 πυραύλους Τόμαχοκ. Κάθε ένας από αυτούς τους πυραύλους κοστίζει 1,4 εκατ. δολάρια.

Ετσι μόνο γι’ αυτήν την επίθεση, σε ένα μόνο 24ωρο, το αμερικανικό Δημόσιο ξόδεψε 65,8 εκατομμύρια δολάρια. Η απόφαση επέκτασης των βομβαρδισμών λίγο αργότερα σήμαινε συμβόλαιο 251 εκατ. δολαρίων για την 4η μεγαλύτερη σε πωλήσεις όπλων εταιρεία του κόσμου, τη Raytheon, για προμήθειες Τόμαχοκ στο αμερικανικό ναυτικό.

Η Raytheon δεν είναι η μόνη που κερδίζει από τον υπερδιπλασιασμό του αμυντικού προϋπολογισμού των ΗΠΑ μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 και τη συνολική εκτόξευση των στρατιωτικών δαπανών στον κόσμο το 2014 στα 1,766 τρισ. δολάρια ή το 2,3% του παγκόσμιου ΑΕΠ.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Ινστιτούτου Διεθνών Ερευνών της Στοκχόλμης για την Ειρήνη (SIPRI), τη μεγαλύτερη αύξηση εισαγωγών όπλων τα τελευταία πέντε χρόνια εμφανίζουν σταθερά οι χώρες της Μέσης Ανατολής και της Ασίας, ενώ από την άλλη πλευρά οι μεγαλύτεροι εξαγωγείς όπλων παραμένουν ΗΠΑ και Ρωσία. Οπως τονίζει η τελευταία έκθεση της SIPRI o όγκος των παγκόσμιων πωλήσεων μεγάλων οπλικών συστημάτων αυξάνεται συνεχώς από το 2004, κατά 14% μεταξύ των περιόδων 2006-10 και 2011-15.

Ειδικά οι χώρες της Μέσης Ανατολής αύξησαν κατά 61% τις εισαγωγές τους μεταξύ 2006-10 και 2011-15. Μεταξύ άλλων, στην περίοδο 2011-15, η Σαουδική Αραβία ήταν ο δεύτερος μεγαλύτερος εισαγωγέας όπλων παγκοσμίως, με αύξηση αγορών κατά 275% σε σχέση με την περίοδο 2006-10. Στην ίδια περίοδο, οι εισαγωγές όπλων από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αυξήθηκαν κατά 35% ενώ εκείνες του Κατάρ κατά 279%.

Με μερίδιο 33% στο σύνολο των εξαγωγών όπλων, οι ΗΠΑ παρέμειναν ο μεγαλύτερος εξαγωγέας στην περίοδο 2011-15 ενώ ακολούθησαν η Ρωσία, η Κίνα, η Γαλλία, η Γερμανία και η Βρετανία. Η εξέλιξη αυτή δείχνει μια εικόνα για το πού κατευθύνεται ένα σημαντικό μέρος των κερδών που είχαν αυτές οι χώρες από την αύξηση των τιμών του πετρελαίου.

Οι ΗΠΑ από την πλευρά τους έχουν πουλήσει ή «δωρίσει» τα τελευταία πέντε χρόνια μεγάλα όπλα και συστήματα σε τουλάχιστον 96 κράτη της υφηλίου. Η αμερικανική βιομηχανία όπλων έχει τεράστιες παραγγελίες που εκκρεμούν και σε αυτές περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων 611 F-35 μαχητικά αεροσκάφη σε 9 κράτη. Διόλου τυχαία στην πρώτη δεκάδα με τις κορυφαίες σε πωλήσεις εταιρείες παραγωγής όπλων του κόσμου οι έξι είναι αμερικανικές.

Μπορείτε να βρείτε το αρχικό άρθρο εδώ