Ο ρόλος της Βρετανίας στις πρόσφατες μηχανορραφίες της αμερικανικής αυτοκρατορίας ήταν κεντρικός, παρά το γεγονός ότι δεν έτυχε της δέουσας κάλυψης και κριτικής. Η Βρετανία έχει σημαντική συμμετοχή στον συνεχιζόμενο πόλεμο επιθετικότητας των ΗΠΑ κατά του Ιράν και στην πρόσφατη εισβολή τους στη Βενεζουέλα. Η αυτοκρατορία της Βρετανίας και οι υπερπόντιες βάσεις της, καθώς και οι σχετικές δυνατότητες πληροφοριών και επιτήρησης, αποτελούν τους ακρογωνιαίους λίθους της συμβολής της σε αυτούς τους συνεχιζόμενους πολέμους. Ακριβώς όπως οι αποικιακές βάσεις της Βρετανίας στην κατεχόμενη Κύπρο διαδραμάτισαν ρόλο πληροφοριών και επιτήρησης στη γενοκτονία της Γάζας, έτσι βοήθησαν και στην επιτήρηση του Ιράν και στην προετοιμασία πληροφοριών για τις επιθέσεις των ΗΠΑ, και τώρα χρησιμοποιούνται ως σταθμός για αυτές τις επιθέσεις. Η συνεχιζόμενη συμφωνία μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Μαυρίκιου για τις νήσους Τσάγκος και το επακόλουθο ρήγμα μεταξύ ΗΠΑ και Ηνωμένου Βασιλείου σχετικά με τη χρήση του Ντιέγκο Γκαρσία στην επίθεση κατά του Ιράν δείχνουν τις δυνατότητες της αποαποικιοκρατικής πρακτικής στο διεθνές δίκαιο και αποτελούν ένα παράδειγμα από το οποίο μπορεί να αντλήσει διδάγματα η εκστρατεία «US-UK Bases off Cyprus» (Βάσεις ΗΠΑ-Ηνωμένου Βασιλείου έξω από την Κύπρο).
Γράφει για το Codepink ο Alfie Howis.
Το Ακρωτήρι RAF έχει διαδραματίσει πολύ σημαντικό ρόλο στις επιθέσεις των ΗΠΑ κατά του Ιράν μέχρι σήμερα. Για παράδειγμα, παρείχε βάση για αεροσκάφη ανεφοδιασμού για τα βομβαρδιστικά αεροσκάφη που χτύπησαν τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν τον Ιούνιο του περασμένου έτους, ενώ οι βάσεις πιθανότατα παρείχαν επίσης υποστήριξη σε θέματα πληροφοριών και επιτήρησης για την επιχείρηση αυτή. Μεταξύ Μαρτίου και Μαΐου του περασμένου έτους, η βάση ανεφοδίασε επίσης βομβαρδιστικά αεροσκάφη των ΗΠΑ που επιτέθηκαν στη Υεμένη, σε μια επίθεση στην οποία συμμετείχε άμεσα και η RAF. Η βάση χρησιμοποιείται για όλες τις βομβιστικές επιθέσεις του Ηνωμένου Βασιλείου στο Ιράκ και τη Συρία, οι οποίες εξακολουθούν να πραγματοποιούνται κατά καιρούς, και ήταν σχεδόν σίγουρα κέντρο πληροφοριών για την αμερικανική υποστήριξη της επιτυχημένης αντεπανάστασης στη Συρία. Τα βρετανικά F-35 είναι επί του παρόντος σταθμευμένα στο Ακρωτήρι, σύμφωνα με πληροφορίες για να διεξάγουν ELINT (ηλεκτρονική πληροφορία) κατά του Ιράν, ουσιαστικά για να χρησιμοποιήσουν τους προηγμένους αισθητήρες τους για τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με τις ιρανικές αεροπορικές άμυνες ως μέρος του τρέχοντος πολέμου. Οποιαδήποτε επίθεση κατά του Ιράν θα ξεκινούσε με επιχειρήσεις SEAD (καταστολή της εχθρικής αεροπορικής άμυνας), απαιτώντας την εκ των προτέρων χαρτογράφηση αυτών των αεροπορικών αμυνών, κάτι που κάνουν τα F-35. Τώρα η βρετανική κυβέρνηση έχει επιτρέψει τη χρήση των βάσεων στην Κύπρο για επιθέσεις κατά του Ιράν, παρά το γεγονός ότι προηγουμένως το είχε αρνηθεί. Η κύρια βάση πληροφοριών της GCHQ και της NSA στη Μέση Ανατολή βρίσκεται στην περιοχή της βρετανικής βάσης, η οποία είναι εξαιρετικά σημαντική για οποιεσδήποτε στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή. Η NSA ελέγχει μέρος αυτών των βάσεων περισσότερο από την GCHQ, πράγμα που σημαίνει ότι δεν θα υπάρχει εποπτεία των επιχειρήσεων των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών από το Ηνωμένο Βασίλειο, πόσο μάλλον δημοκρατική λογοδοσία προς τον λαό της Βρετανίας ή της Κύπρου, ώστε να αποφασίσουν, αν θέλουν να συμβαίνουν τέτοια πράγματα στην επικράτειά τους και στην πολιτική τους δικαιοδοσία.
Ο ρόλος της Βρετανίας στους πολέμους των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της διοίκησης Τραμπ ήταν πολύ πιο σημαντικός από ό,τι πολλοί άνθρωποι συνειδητοποιούν. Η Βρετανία ανέστειλε την ανταλλαγή πληροφοριών με τις ΗΠΑ σχετικά με την Καραϊβική και τον Ανατολικό Ειρηνικό τον Νοέμβριο του 2025, λόγω των αμερικανικών επιθέσεων σε αλιευτικά σκάφη, που προκάλεσαν τον θάνατο αθώων ανθρώπων. Το βρετανικό κράτος ενημέρωνε, δηλαδή έλεγε ανώνυμα στους δημοσιογράφους, ότι αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι οι επιθέσεις ήταν παράνομες δολοφονίες στις οποίες η Βρετανία δεν ήθελε να εμπλακεί νομικά, κάτι που ήταν, φυσικά, μια θέση που εξυπηρετούσε τα συμφέροντά της και όχι μια ηθική στάση.
Ωστόσο, από τις αρχές του τρέχοντος έτους, η Βρετανία άρχισε να συμβάλλει άμεσα στην αποστολή Southern Spear, αυτή τη φορά σε σχέση με τον πετρελαϊκό αποκλεισμό της Βενεζουέλας. Ουσιαστικά, το Ηνωμένο Βασίλειο έθεσε όρια μεταξύ των διαφόρων δράσεων των ΗΠΑ στην περιοχή, παρόλο που οι κατασχέσεις των δεξαμενόπλοιων είναι σαφώς παράνομες. Υπήρξαν τουλάχιστον τέσσερα παραδείγματα που αποδεικνύουν τον άμεσο ρόλο της Βρετανίας στην κατάσχεση των δεξαμενόπλοιων. Η Βρετανία βοήθησε τις ΗΠΑ να κατασχέσουν τρία δεξαμενόπλοια στην Καραϊβική με συνολικά 2,5 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου, τα M Sophia, Olina και Sagitta, μεταξύ 7 και 20 Ιανουαρίου. Η Βρετανία συνέβαλε σε αυτό με πτήσεις επιτήρησης, πιθανώς από βρετανικές αποικίες στην Καραϊβική, από τη Φλόριντα και από τις Αζόρες.
Έτσι, για άλλη μια φορά, βλέπουμε τον ρόλο που διαδραματίζει η Βρετανία στον τομέα της πληροφορίας και της επιτήρησης στο πλαίσιο της αυτοκρατορικής συμμαχίας. Αντί για ένα ισχυρό ναυτικό, η Βρετανία φαίνεται να έχει εξειδικευτεί σε κάποιο βαθμό στον ρόλο της. Αυτού του είδους οι δραστηριότητες είναι από τη φύση τους μυστικές – θα ήταν πολιτικά δύσκολο να σταλεί ναυτικό για να αναχαιτίσει πλοία στα ανοικτά της Βενεζουέλας. Ωστόσο, η συμβολή της στη φύλαξη, που καθίσταται δυνατή χάρη στη γεωγραφική παρουσία του εναπομείναντος αυτοκρατορικού κράτους, δεν έχει αναφερθεί καθόλου από τα μέσα ενημέρωσης εδώ (σ.τ.μ. στη Δύση), δεν έχει λογοδοτήσει στο κοινοβούλιο και δεν υπόκειται σε ιδιαίτερη δημοκρατική εποπτεία. Αυτό, φυσικά, αντικατοπτρίζει τον ρόλο της Βρετανίας στη γενοκτονία της Γάζας, όπου η συμβολή της στην επιτήρηση έχει περιβληθεί από μυστικότητα και οι λεπτομέρειες έχουν αποκρυφθεί ακόμη και από τους βουλευτές, οι οποίοι υποτίθεται ότι έχουν κάποια εποπτεία επί του στρατού ή τουλάχιστον επί της συμμετοχής του σε πολέμους στο εξωτερικό.
Η άλλη περίπτωση είναι αυτή του πλοίου Bella 1, που μετονομάστηκε σε Marinera, το οποίο οι ΗΠΑ κατάσχεσαν στον Βόρειο Ατλαντικό, μεταξύ Ισλανδίας και Σκωτίας, στις 7 Ιανουαρίου. Πρόκειται για ένα δεξαμενόπλοιο με ρωσική σημαία που ταξίδευε από τη Βενεζουέλα στη Ρωσία. Αυτό που συνέβη εδώ ήταν πιο άμεσο – ειδικές δυνάμεις των ΗΠΑ πέταξαν στη Βρετανία, όπου παρακολουθήθηκαν από συστήματα εντοπισμού πτήσεων που επιτηρούν γνωστά αεροσκάφη ειδικών επιχειρήσεων. Στη συνέχεια, πραγματοποίησαν την επιχείρηση κατάσχεσης αφού πέταξαν από τη Βρετανία με ελικόπτερα και συναντήθηκαν με πλοία του αμερικανικού ναυτικού. Η Βρετανία παρείχε πιο εντατική βοήθεια σε θέματα logistics και επιτήρησης σε αυτή την περίπτωση, καθώς αυτή η επιχείρηση συνέβη πολύ κοντά στη Βρετανία. Το πλοίο εκλάπη και μεταφέρθηκε στη Σκωτία, ενώ τα 26 μέλη του πληρώματος απήχθησαν και φυλακίστηκαν παράνομα στη Σκωτία, με τα περισσότερα να μπορούν να φύγουν αφού οι ΗΠΑ αποφάσισαν ότι τους επιτρεπόταν.
Στον καπετάνιο (πολίτη της Γεωργίας) και στον ύπαρχο αυτού του πλοίου, οι ΗΠΑ δεν επέτρεψε να επιστρέψουν στην πατρίδα τους από τις ΗΠΑ, μετά τη σύλληψή τους στη Σκωτία. Η σύζυγος του καπετάνιου προσέφυγε στα σκωτσέζικα δικαστήρια, υποστηρίζοντας ότι ο σύζυγός της κρατούνταν παράνομα χωρίς το δικαίωμα να υποβληθεί σε κανονικές διαδικασίες έκδοσης. Ένα σκωτσέζικο δικαστήριο εξέδωσε προσωρινή διαταγή, μια επείγουσα δικαστική εντολή, που απαγόρευε την απομάκρυνση του καπετάνιου από τη Σκωτία, ενώ η υπόθεση εκδικάζονταν και τα δικαστήρια έβγαζαν τις αποφάσεις τους. Ωστόσο, αμέσως μετά την απόφαση του δικαστηρίου, την ίδια νύχτα, οι δύο άνδρες μεταφέρθηκαν από τη Σκωτία σε πλοίο του αμερικανικού ναυτικού, το οποίο απέπλευσε για τις ΗΠΑ. Πριν από μερικές ημέρες, ο καπετάνιος είχε την πρώτη του ακροαματική διαδικασία στο Πουέρτο Ρίκο, από όπου θα μεταφερθεί στην Ουάσιγκτον και θα δικαστεί για «παρεμπόδιση νόμιμης κατάσχεσης» και για την αποτυχία να σταματήσει το σκάφος κατά τη διάρκεια της καταδίωξης από την ακτοφυλακή. Η σκωτσέζικη κυβέρνηση καταδίκασε τις ενέργειες των ΗΠΑ, αλλά το Πράσινο Κόμμα της Σκωτίας προέβη σε μια πιο σοβαρή ανάλυση της κατάστασης στο σκωτσέζικο κοινοβούλιο, υποστηρίζοντας ότι οι ΗΠΑ είχαν ουσιαστικά απαγάγει παράνομα άτομα από τη Σκωτία, αγνοώντας τα δικαστήρια.
Υπάρχουν μερικά πράγματα που πρέπει να επισημανθούν εδώ. Πρώτον, όπως και όλες οι ενέργειες των ΗΠΑ γύρω από τη Βενεζουέλα και τα δεξαμενόπλοια, δεν υπήρχε νομική βάση για να κάνουν κάτι τέτοιο. Ένα πλοίο δεν είναι «παράνομο» ή μέρος ενός «σκοτεινού στόλου» μόνο και μόνο επειδή έχει «επιβληθεί κύρωση» από μια χώρα. Η Βενεζουέλα και η Ρωσία είναι, θεωρητικά, κυρίαρχα κράτη που μπορούν να διεξάγουν εμπορικές συναλλαγές και να πλέουν πλοία μεταξύ τους. Κανείς δεν μπορεί να χαρακτηρίσει τυχαία κάτι τέτοιο ως παράνομο. Υπάρχει η προσποίηση ότι αυτές οι κυρώσεις αντιπροσωπεύουν κατά κάποιον τρόπο το διεθνές δίκαιο, αλλά είναι απλώς διατάγματα μιας χώρας, χωρίς καμία σχέση με το διεθνές δίκαιο, τις συνθήκες, τον ΟΗΕ ή οποιοδήποτε πολυμερές όργανο λήψης αποφάσεων. Στην πραγματικότητα, το Bella 1 δεν είχε καν υποβληθεί σε κυρώσεις από το Ηνωμένο Βασίλειο, οπότε ποια ήταν η πιθανή νομική δικαιολογία για την εμπλοκή του Ηνωμένου Βασιλείου σε αυτό;
Το δεύτερο μέρος αφορά την παραβίαση της σκωτσέζικης και βρετανικής νομοθεσίας από τις ΗΠΑ. Η Σκωτία έχει το δικό της δικαστικό σύστημα, το οποίο είναι ξεχωριστό από το υπόλοιπο Ηνωμένο Βασίλειο. Υπάγεται στο Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου και στο Βρετανικό Κοινοβούλιο, αλλά μπορεί να ασκεί δικαστική εξουσία με άλλο τρόπο. Ομοίως, η σκωτσέζικη κυβέρνηση έχει υψηλό επίπεδο αυτονομίας εντός του Ηνωμένου Βασιλείου, με δικό της εκλεγμένο κοινοβούλιο και κυβέρνηση. Η παραβίαση του νόμου των χωρών όπου είναι σταθμευμένα τα αμερικανικά στρατεύματα είναι αρκετά συνηθισμένη, όπως αποδεικνύουν οι δολοφονίες και οι βιασμοί που συμβαίνουν σε αμερικανικές βάσεις στο εξωτερικό, περιπτώσεις που έχουν γίνει γνωστές κυρίως στην Ιαπωνία και την Κορέα. Πριν από μερικά χρόνια, η σύζυγος ενός Αμερικανού διπλωμάτη σκότωσε έναν νεαρό άνδρα σε τροχαίο ατύχημα κοντά σε αμερικανική βάση στην Αγγλία και επέστρεψε στις ΗΠΑ, χωρίς να υποστεί καμία συνέπεια.
Έτσι, ανεξάρτητα από το βρετανικό δίκαιο και το διεθνές δίκαιο, οι ΗΠΑ έχουν το δικαίωμα, και μάλιστα καλούνται, να κάνουν ό,τι θέλουν στη Βρετανία, και μπορούν να ζητήσουν τη βοήθεια του βρετανικού στρατού. Ο βρετανικός στρατός βοηθά τις ΗΠΑ να διαπράττουν εγκλήματα στη Μεγάλη Βρετανία, εγκλήματα σύμφωνα με το βρετανικό δίκαιο, όπως στην περίπτωση της απαγωγής των ναυτικών από τη Σκωτία. Ο βρετανικός στρατός βοηθά κυριολεκτικά μια ξένη δύναμη να αψηφήσει τα πολιτικά δικαστήρια στην Μεγάλη Βρετανία. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, αντιμετωπίζουμε μια κατάσταση στην οποία υπερισχύουν της κυβέρνησής μας και του νομικού μας συστήματος οι αυτοκρατορικές διαταγές των ΗΠΑ, και ο στρατός μας και σίγουρα αυτή η κυβέρνηση επιλέγουν να τις υπηρετήσουν ενεργά. Πρόκειται για μια σοβαρή κρίση κυριαρχίας για το Ηνωμένο Βασίλειο. Είναι πιο σημαντικό να σκεφτούμε την αυτοκρατορική βία που ασκούμε σε άλλους παρά να αναλογιζόμαστε υπερβολικά τις επιπτώσεις αυτής της βίας στη μητρόπολη, αλλά υπάρχουν οι σπόροι μιας εσωτερικής πολιτικής και νομικής κρίσης εδώ, που θα μπορούσαν μια μέρα να συμβάλουν στην υπονόμευση του ρόλου της Βρετανίας σε όλα αυτά.
Στα μέσα Φεβρουαρίου υπήρξε μια σχετικά σημαντική είδηση σχετικά με την άρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου να επιτρέψει στις ΗΠΑ τη χρήση των βάσεών του για τον επικείμενο νέο πόλεμο κατά του Ιράν. Πρόκειται συγκεκριμένα για τις βάσεις στην Αγγλία και στο Ντιέγκο Γκαρσία, στον Ινδικό Ωκεανό. Ο Τραμπ δημοσίευσε ένα οργισμένο μήνυμα σχετικά με αυτό και απέσυρε εκ νέου την υποστήριξή του για τη συμφωνία σχετικά με τις νήσους Τσάγκος. Για να συνοψίσουμε την τρέχουσα κατάσταση σχετικά με τις νήσους Τσάγκος, υπάρχει μια αποικία του Ηνωμένου Βασιλείου στη μέση του Ινδικού Ωκεανού που ονομάζεται Βρετανικό Έδαφος του Ινδικού Ωκεανού. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ΗΠΑ μίσθωσαν το κύριο νησί, το Ντιέγκο Γκαρσία, ως αεροπορική βάση, και τώρα είναι μία από τις πιο σημαντικές βάσεις των ΗΠΑ στον κόσμο λόγω της θέσης του. Ήταν μία από τις μυστικές εγκαταστάσεις της CIA και έχει υποστηρίξει στο παρελθόν επιθέσεις στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένου του Ιράν. Ο Μαυρίκιος προσέφυγε στα διεθνή δικαστήρια για να αναγκάσει το Ηνωμένο Βασίλειο να του το επιστρέψει και κέρδισε, οπότε το 2025 η βρετανική κυβέρνηση συνήψε συμφωνία για την παράδοση του εδάφους, αλλά με μίσθωση της βάσης από τον Μαυρίκιο για 99 χρόνια, εγγυώμενη ότι το καθεστώς της βάσης θα παραμείνει ουσιαστικά αμετάβλητο.
Είναι θετικό το γεγονός ότι υπάρχει κάποια διαφορά μεταξύ της Βρετανίας και των ΗΠΑ σε αυτό το θέμα, αλλά αυτό εγείρει ορισμένα ενδιαφέροντα ερωτήματα, και οι αρνήσεις αυτές έχουν ούτως ή άλλως ανακληθεί. Συγκεκριμένα, μπορεί το Ηνωμένο Βασίλειο να ασκεί πάντα αυτό το δικαίωμα άρνησης, διότι τότε θα έπρεπε να είχε εγκρίνει προληπτικά τη χρήση των βάσεων από τις ΗΠΑ για την επίθεση κατά του Ιράν πέρυσι, ή ενέκρινε τη μυστική βάση βασανιστηρίων στο Ντιέγκο Γκαρσία, εγκρίνει τη χρήση των βάσεων του Ηνωμένου Βασιλείου ως σταθμούς διαμετακόμισης για όλο αυτόν τον εξοπλισμό προς τη Μέση Ανατολή, ο οποίος θα χρησιμοποιηθεί ούτως ή άλλως για την επίθεση κατά του Ιράν; Δεύτερον, η ανάρτηση του Τραμπ ότι «ίσως χρειαστεί να χρησιμοποιήσει» τις βάσεις Φερφόρντ και Ντιέγκο Γκαρσία για να επιτεθεί στο Ιράν, παρά το γεγονός ότι προφανώς του έχουν πει ότι δεν μπορεί, θα πρέπει να είναι σοβαρό θέμα! Και πάλι, τίθεται το ζήτημα της κυριαρχίας του Ηνωμένου Βασιλείου επί της δικής του γης και των στρατιωτικών πόρων – μπορούμε να πούμε όχι στις ΗΠΑ, είναι άραγε καθόλου εφικτό; Και θα κάνει κάτι η κυβέρνηση αν το αίτημά της αγνοηθεί – κάτι που είναι πολύ απίθανο.
Ωστόσο, φαίνεται ότι όλο αυτό το ζήτημα μπορεί να προήλθε από μια εντολή προς τους δημόσιους υπαλλήλους του υπουργείου Εξωτερικών, να ενεργήσουν σαν να είχε ήδη εγκριθεί η συμφωνία για τις νήσους Τσάγκος. Σε αυτή την περίπτωση, φαίνεται ότι η βρετανική κυβέρνηση ρώτησε την κυβέρνηση του Μαυρίκιου για το αίτημα των ΗΠΑ, και εκείνοι πρέπει να απάντησαν αρνητικά, οπότε και η Βρετανία απάντησε αρνητικά. Εναλλακτικά, το υπουργείο Εξωτερικών μπορεί να απάντησε αρνητικά με βάση τη συγκεκριμένη διατύπωση της συμφωνίας, σύμφωνα με την οποία η Βρετανία πρέπει να συμβουλεύεται το Μαυρίκιο σε περίπτωση επίθεσης σε τρίτο κράτος από το Ντιέγκο Γκαρσία, και να έκρινε ότι οι προτεινόμενες ενέργειες του Τραμπ συνιστούν επίθεση κατά του ιρανικού κράτους και όχι αυτοάμυνα, η οποία δεν απαιτεί διαβούλευση.
Αυτό το κάνει να φαίνεται ακόμη λιγότερο ευγενικό. Η παρούσα κυβέρνηση και η προηγούμενη κυβέρνηση, η οποία ξεκίνησε τις διαπραγματεύσεις με τον Μαυρίκιο για αυτή τη συμφωνία, έχουν δεχτεί επιθέσεις από τη δεξιά στο Ηνωμένο Βασίλειο για το ότι παραχώρησαν βρετανικό έδαφος και απέρριψαν μια σημαντική βάση. Η κυβέρνηση έχει δικαιολογήσει τη συμφωνία όχι επειδή είναι το σωστό, ή επειδή αποδέχεται οποιαδήποτε από τις αρχές των επιχειρημάτων που την περιβάλλουν, αλλά επειδή, όπως λέει, είναι ο μόνος τρόπος για να συνεχίσει να λειτουργεί η βάση. Ισχυρίζεται ότι, λόγω της απόφασης του Διεθνούς Δικαστηρίου, θα αναγκαστεί να παραχωρήσει το έδαφος πολύ σύντομα, και ότι επομένως ήταν καλύτερο να συνάψει πρώτα μια συμφωνία. Συνήθως δεν έχουμε μεγάλη εμπιστοσύνη σε αυτά τα όργανα του διεθνούς δικαίου, καθώς δημιουργήθηκαν για να επιβάλλουν την αυτοκρατορική τάξη. Ωστόσο, είναι δυνατόν τα υποκείμενα αυτής της τάξης να ασκήσουν κάποια επιρροή και να προσπαθήσουν να χρησιμοποιήσουν αυτό το σύστημα με επαναστατικό τρόπο. Σε αυτή την περίπτωση, είναι ο Μαυρίκιος και μεγάλο μέρος του κόσμου που τον υποστηρίζει, που έχουν αναγκάσει να συμβεί αυτό, και έμμεσα έχουν προκαλέσει αυτό το ρήγμα και ενδέχεται να εμποδίσουν τη χρήση της βάσης για αυτές τις επιθέσεις. Δεν νομίζω ότι αυτό θα λειτουργήσει τελικά, και οι ΗΠΑ πιθανότατα θα τις χρησιμοποιήσουν ούτως ή άλλως, αλλά όλα αυτά είναι ενδιαφέροντα ζητήματα που πρέπει να ληφθούν υπόψη σε σχέση με το βασικό ερώτημα. Φαίνεται ότι το Ηνωμένο Βασίλειο επιτρέπει πλέον τη χρήση του Ντιέγκο Γκαρσία για επιθέσεις κατά του Ιράν, τις οποίες θεωρεί «αμυντικές», παρόλο που ο ορισμός αυτός περιλαμβάνει επιθέσεις εναντίον στόχων εδάφους. Η πιθανή χρησιμότητα αυτού του μοντέλου συμφωνίας παράδοσης, παρά τη διατήρηση της βάσης σε λειτουργία, φαίνεται να περιορίζει τη χρήση της βάσης σύμφωνα με πτυχές της κυριαρχίας του Μαυρίκιου, διαταράσσοντας τις βάσεις με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κάτι που αποτελεί μια μεγάλη αποικιοκρατική νίκη που η αριστερά δεν έχει ακόμη πλήρως αντιληφθεί.
Θα μπορούσαμε λοιπόν να συμπεράνουμε ότι μια μεγάλη συντονισμένη διεθνής εκστρατεία κατά των κατάφωρων αποικιακών πρακτικών μπορεί πράγματι να λειτουργήσει, υπονομεύοντας σε κάποιο βαθμό την αποτελεσματικότητα αυτών των αποικιακών υπερπόντιων βάσεων. Ο Μαυρίκιος εκμεταλλεύτηκε τις εγγενείς αντιφάσεις μεταξύ του διεθνούς δικαίου από τη μία πλευρά και του αποικιακού χαρακτήρα των βάσεων από την άλλη, για να οργανώσει μια εκστρατεία, να κερδίσει τη στήριξη σχεδόν όλων και να επιβάλει μια εκτίμηση στα διεθνή δικαστήρια, η οποία είναι δεσμευτική. Έτσι, για την Κύπρο, αν και η κατάσταση είναι διαφορετική από πολλές απόψεις, μπορούμε να δούμε ομοιότητες και να μάθουμε από τα γεγονότα γύρω από το Ντιέγκο Γκαρσία. Το γεγονός ότι οι βάσεις είναι αποικιακό κατάλοιπο είναι σημαντικό, διότι δίνει στην εκστρατεία μας το πλεονέκτημα να πούμε ότι αυτό είναι προφανώς λάθος και προφανώς αντιβαίνει στο διεθνές δίκαιο που εσείς, οι αυτοκρατορικές δυνάμεις, θέσατε, και αυτό μας δίνει την ευκαιρία να δημιουργήσουμε συμμαχίες με βάση αυτό. Αυτό είναι στην πραγματικότητα πολύ πιο εύκολο και πολύ λιγότερο ριζοσπαστικό από το να μιλάμε για το ρόλο των βάσεων στη γενοκτονία, ο οποίος φαίνεται να εξαιρείται πλήρως από το σύστημα του διεθνούς δικαίου, κάτι που δείχνει πόσο αποανθρωπισμένοι εμφανίζονται οι Παλαιστίνιοι και η Γάζα. Η εκστρατεία «US-UK Bases Off Cyprus» (Απομάκρυνση των αμερικανικών και βρετανικών βάσεων από την Κύπρο) που διεξάγει η CODEPINK έχει αυτά τα δύο αναπόσπαστα μέρη, ασχολούμενη με τη συμβολή των βάσεων στην Κύπρο στη γενοκτονία και τους αυτοκρατορικούς πολέμους, καθώς και με την εγγενή τους ιδιότητα ως αποικία σε κατεχόμενη γη. Η σύνδεση αυτών των δύο μερών του ζητήματος των βάσεων είναι το κεντρικό σημείο αυτού που προσπαθούμε να κάνουμε και να αποκαλύψουμε, ως ένα βήμα προς την πρακτική αλλαγή του καθεστώτος των βάσεων.







