Η Τυνήσια σκηνοθέτιδα Κάουθερ Μπεν Χανία δεν δέχτηκε το βραβείο της πιο αξιόλογης ταινίας «Most Valuable Film» που απονεμήθηκε στην ταινία που σκηνοθέτησε, «Η φωνή της Χιντ Ρατζάμπ», ως ένδειξη διαμαρτυρίας και καταγγελίας για την παρουσία του Νόαμ Τίμπον, συνταξιούχου ισραηλινού στρατηγού και πρωταγωνιστή του καναδικού ντοκιμαντέρ για την 7η Οκτωβρίου “Ο δρόμος ανάμεσά μας”, που βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο.
«Αυτό που συνέβη στην Χιντ δεν είναι μια εξαίρεση. Είναι μέρος μιας γενοκτονίας», δήλωσε η σκηνοθέτιδα. «Απόψε στο Βερολίνο υπάρχουν άνθρωποι που έχουν δώσει πολιτική κάλυψη σε αυτή τη γενοκτονία, αναδιατυπώνοντας τη μαζική δολοφονία αμάχων ως αυτοάμυνα σε περίπλοκες συνθήκες. Υποτιμούν όσες και όσους διαμαρτύρονται. Απόψε δεν θα πάρω αυτό το βραβείο στο σπίτι. Το αφήνω εδώ ως υπενθύμιση. Και όταν η ειρήνη θα επιδιώκεται ως νομική και ηθική υποχρέωση, ριζωμένη στην ευθύνη για γενοκτονία, τότε θα επιστρέψω και θα το δεχτώ με χαρά», κατέληξε.
Η εντυπωσιακή κίνηση της Κάουθερ Μπεν Χανίαήρθε μετά από άλλα δύο επεισόδια διαμαρτυρίας: η ινδή συγγραφέας Αρουντάτι Ρόι δήλωσε ότι «η τέχνη δεν μπορεί να σιωπά σε μια γενοκτονία» και ανακοίνωσε ότι δεν θα συμμετάσχει στο φεστιβάλ κινηματογράφου της Βερολίνου, αφού ο πρόεδρος της κριτικής επιτροπής ΒιμΒέντερς υποστήριξε ότι ο κινηματογράφος πρέπει να «παραμείνει έξω από την πολιτική».
Η σκληρή στάση της ακολουθήθηκε από ανοιχτή επιστολή που υπογράφηκε από περισσότερους από 80 σκηνοθέτες και ηθοποιούς, μεταξύ των οποίων οι Χαβιέρ Μπαρδέμ και η Τίλντα Σουίντον, η οποία καταδίκαζε το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου για την «θεσμική σιωπή» του σχετικά με τη γενοκτονία στη Λωρίδα της Γάζας και για τη συνενοχή του σε αυτήν εφόσον υποστηρίζει το Ισραήλ.







