Η στέγαση αποτελεί ένα πολυδιάστατο ζήτημα: είναι ταυτόχρονα μια θεμελιώδης ανθρώπινη ανάγκη, ένας κρίσιμος πόρος, ένας πυλώνας των αστικών οικονομιών, καθώς και ένα διεκδικούμενο ανθρώπινο ή/και κοινωνικό δικαίωμα. Οι ριζοσπαστικές διεκδικήσεις που διατυπώνονται μέσω των αγώνων για τη στέγαση συχνά ρίχνουν νέο φως σε διάφορες πτυχές της συνεχιζόμενης στεγαστικής κρίσης, ενώ ταυτόχρονα λειτουργούν και ως μέσον δημιουργίας νοήματος και επιτελεστικές πρακτικές από μόνες τους. Τον Ιανουάριο του 2025, στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος HousInC, διοργανώθηκε ένα εργαστήριο με ακτιβίστριες, ακτιβιστές και ακαδημαϊκούς από την Αθήνα, τη Βαρκελώνη και τη Γλασκώβη, με σκοπό να διερευνηθεί πώς οι αγώνες για τη στέγαση σε περιόδους κρίσης διαμορφώνουν αντιλήψεις για το δικαίωμα στη στέγαση.

Στη συζήτηση κάλεσαν η Μαρία Καραγιάννη – μεταδιδακτορική ερευνήτρια στον τομέα των αστικών σπουδών και η Δήμητρα Σιατίτσα – μεταδιδακτορική ερευνήτρια (ΕΜΠ/ΕΚΚΕ) που ασχολείται με τη στέγαση και τις αστικές σπουδές. Συμμετείχαν η Μελίσα Γκαρσία Λαμάρκα – καθηγήτρια και ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο του Λουντ, συνιδρύτρια του Radical Housing Journal, ο Νιλ Γκρέι – ανεξάρτητος συγγραφέας και ερευνητής με έδρα τη Γλασκώβη, η Μάρτα Ιλ-Ράγκα – κάτοχος διδακτορικού στις Πολιτικές Επιστήμες από το Πανεπιστήμιο της Γάνδης, οργανώτρια ενοικιαστών στην Καταλανική Ένωση Ενοικιαστών, η Ματίνα Καψάλη – ακαδημαϊκός, ακτιβίστρια, φεμινίστρια και αστική γεωγράφος, ο Λάζαρος Καραλιώτας – ανώτερος λέκτορας Αστικής Γεωγραφίας στη Σχολή Γεωγραφικών και Γεωεπιστημών του Πανεπιστημίου της Γλασκώβης και η Μαριανέλλα Κλώκα – ακτιβίστρια, υπεύθυνη για θέματα διεκδίκησης δικαιωμάτων στην ελληνική οργάνωση PRAKSIS από το 2013, Πρόεδρος ΔΣ του Ελληνικού Δικτύου καταπολέμησης της Φτώχειας.

Ανατρέχοντας στα συμπεράσματα της συζήτησης αποτυπώνονται τα παρακάτω (όλο το άρθρο μπορείτε να το διαβάσετε στα αγγλικά εδώ). Το άρθρο που βασίζεται σε αυτόν τον διάλογο δημοσιεύθηκε στο Radical Housing Journal.

Στην Αθήνα, τη Βαρκελώνη και τη Γλασκώβη, οι ενοικιαστές αναδεικνύονται ως κεντρικό πολιτικό υποκείμενο των σύγχρονων αγώνων για τη στέγαση, αλλά αυτό συμβαίνει μέσα από διαφορετικά θεσμικά πλαίσια και γενεαλογίες κινημάτων. Η συγκριτική ανάλυση υποδηλώνει ότι οι «διεκδικήσεις των ενοικιαστών» δεν είναι απλώς μια κοινή ταυτότητα που αναδύεται από μια κοινή κρίση, αλλά ένας συγκεκριμένος σχηματισμός που διαμορφώνεται από τις δομές ιδιοκτησίας, τις κρατικές παραδόσεις και τις διεκδικήσεις που κληρονομήθηκαν από παλαιότερους αγώνες. Η πιο μακριά ιστορία της Γλασκώβης, όσον αφορά τη μαζική δημόσια στέγαση και η επακόλουθη αναδιάρθρωση της «δημόσιας» παροχής σε κοινωνική στέγαση χρηματοδοτούμενη από χρέος δημιουργεί μια συγκεκριμένη πολιτική ιδιωτικοποίησης, στιγματισμού και διασποράς – η οποία επίσης διασταυρώνεται έντονα με τις διαπνεόμενες από διακρίσεις συνθήκες στέγασης όσων αιτούνται άσυλο. Το πυκνό δίκτυο ομάδων στέγασης της Βαρκελώνης επιτρέπει την εξειδίκευση και τις διατομεακές συμμαχίες, αλλά αποκαλύπτει επίσης πώς η «προστατευόμενη» στέγαση μπορεί να λειτουργήσει ως επέκταση της διακυβέρνησης της αγοράς μέσω υβριδικών δημόσιων-ιδιωτικών ρυθμίσεων. Η Αθήνα, αντίθετα, καταδεικνύει πώς η αδύναμη θεσμική μνήμη και η συγκρατημένη κρατική ευθύνη για την παροχή στέγασης περιορίζουν τα οράματα του κινήματος και κατακερματίζουν τη διατύπωση αιτημάτων, ακόμη και όταν η ορατότητα μιας νεοφιλελεύθερης ατζέντας για τη στέγαση μπορεί να ανοίξει νέους χώρους για αντιπαράθεση.

Ένα δεύτερο συμπέρασμα αφορά την αμφιθυμία του κράτους, την οποία οι συμμετέχοντες ερμήνευσαν μέσω της «διπλής ταχύτητας»: τα κράτη διευκολύνουν ενεργά την εμπορευματοποίηση της στέγασης, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούν — επιλεκτικά και συχνά ανεπαρκώς — να διαχειριστούν τις κοινωνικές επιπτώσεις της. Αυτή η αμφιθυμία δεν αποτελεί απλώς μια συνθήκη του περιβάλλοντος, αλλά βασικό κινητήριο παράγοντα τόσο για τον πολιτικό πειραματισμό όσο και για τη στρατηγική του κινήματος. Διαμορφώνει το πώς γίνεται αντιληπτή μια «πολιτική ευκαιρία», πώς διατυπώνονται οι διεκδικήσεις και ποιες κλίμακες διακυβέρνησης γίνονται στόχοι κινητοποίησης. Η συζήτηση στο εργαστήριο υπογράμμισε επίσης πώς οι δυναμικές πολλαπλών κλιμάκων (προτεραιότητες χρηματοδότησης της ΕΕ, εθνικές νομικές μεταρρυθμίσεις, δυνατότητες των δήμων, υποδομές γειτονιών) επηρεάζουν άνισα το τι είναι πρακτικά και ρητορικά εφικτό σε διαφορετικά πλαίσια.

Τρίτον, κάνοντας μια χρονολογική διαδρομή αναδεικνύεται ο τρόπος με τον οποίο οι κρίσεις ενσωματώνονται στην καθημερινή ζωή, καθώς και τον λόγο για τον οποίο η κοινωνική αναπαραγωγή αποτελεί ένα ισχυρό αναλυτικό και οργανωτικό πρίσμα. Βοηθά στην ενοποίηση της ύπαρξης των διαφορών (εθνοτική προέλευση, έμφυλη διάσταση, ηλικία, καθεστώς ιθαγένειας, κοινωνική τάξη) χωρίς να διαλύει τη δομική λογική μέσω της οποίας η στέγαση μετατρέπεται σε μηχανισμό εκμετάλλευσης, διαστρωμάτωσης και πολιτικής διαίρεσης. Ωστόσο, η συζήτηση υπογράμμισε πως δεν χρειάζεται ούτε να ρομαντικοποιούμε τα κινήματα, ούτε να μιλάμε για ιδανικές μορφές οργάνωσης: οι εντάσεις, οι διαπραγματεύσεις και οι κατακερματισμένες συμμαχίες δεν αποτελούν αποτυχίες, αλλά συστατικά χαρακτηριστικά των συλλογικών πολιτικών.

Αυτές οι διαπιστώσεις υποδηλώνουν αιτήματα που είναι ταυτόχρονα φιλόδοξα αλλά και γειωμένα. Ο έλεγχος των ενοικίων παραμένει ένα ουσιαστικό πεδίο αγώνα, αλλά πρέπει να αναγνωριστούν τα όριά του όταν καταλήγει απλώς επιβραδύνει τις αυξήσεις των ενοικίων χωρίς να μειώνει την εκμετάλλευση. Πιο δομικά μετασχηματιστικά προγράμματα συνδυάζουν τη ρύθμιση των ενοικίων με την επέκταση της δημόσιας ιδιοκτησίας και την ένταξη ισχυρών προτύπων ποιότητας της κατοικίας, συνδέοντας την τιμή, την κατοικησιμότητα, τη συντήρηση και τον δημοκρατικό έλεγχο. Με αυτή την έννοια, το δικαίωμα στη στέγαση αποκτά νέα σημασία όχι μόνο ως πρόσβαση, αλλά και ως συλλογική εξουσία επί των συνθηκών διαβίωσης. Η προώθηση ενός τέτοιου προγράμματος απαιτεί διατομεακές συμμαχίες: τη σύνδεση των ενοικιαστών διαφορετικών ειδών ενοικίασης, την οικοδόμηση αλληλεγγύης μεταξύ των υποκειμένων και τη σύνδεση της στέγασης με παρακείμενους τομείς· από την ενεργειακή και κλιματική πολιτική έως τις αντιρατσιστικές οργανώσεις και τους εργατικούς αγώνες. Παράλληλα πρέπει να δίνεται προσοχή στις εξαρτήσεις που υπάρχουν από τις διαφορετικές αφετηρίες των συλλογικοτήτων, οι οποίες διαμορφώνουν το είδος των συμμαχιών που πραγματοποιούνται και τον τρόπο που αυτές οικοδομούνται.

 

Σχετικά με τα πρόσωπα που συνομίλησαν στην δημοσίευση στο Radical Housing Journal:

Η Μαρία Καραγιάννη είναι μεταδιδακτορική ερευνήτρια στον τομέα των αστικών σπουδών (ΑΠΘ) και ασχολείται με τη σχέση στέγασης-περιβάλλοντος, με έδρα την Ελλάδα. Σήμερα είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του Radical Housing Journal και της ομάδας δράσης-έρευνας CoHab για τη συνεταιριστική στέγαση.

Η Δήμητρα Σιατίτσα είναι μεταδιδακτορική ερευνήτρια (ΕΜΠ/ΕΚΚΕ) και ασχολείται με τη στέγαση και τις αστικές σπουδές, τις κοινωνικο-χωρικές ανισότητες και τα αστικά κινήματα, με έμφαση στη Νότια Ευρώπη. Είναι μέλος της ομάδας δράσης-έρευνας CoHab για τη συνεταιριστική στέγαση και του INURA.

Η Μελίσα Γκαρσία Λαμάρκα είναι καθηγήτρια και ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο του Λουντ, καθώς και συνιδρύτρια και μέλος του Radical Housing Journal. Η έρευνά της αναλύει τις δομικές και βιωμένες αστικές (οικολογικές/στέγασης) αδικίες και τον τρόπο με τον οποίο οι συλλογικές πρακτικές μπορούν να δημιουργήσουν πιο ισότιμες εναλλακτικές λύσεις.

Ο Νιλ Γκρέι είναι ανεξάρτητος συγγραφέας/ερευνητής με έδρα τη Γλασκώβη. Είναι επιμελητής του βιβλίου «Rent and its Discontents: A Century of Housing Struggle» και αυτή τη στιγμή ολοκληρώνει ένα βιβλίο για τον εκδοτικό οίκο Common Notions Press με τίτλο «Take over the City: Spatial Composition in Italian Autonomy».

Η Μάρτα Ιλ-Ράγκα είναι κάτοχος διδακτορικού τίτλου στις Πολιτικές Επιστήμες από το Πανεπιστήμιο της Γάνδης (2024) και δραστηριοποιείται ως οργανώτρια ενοικιαστών στην Καταλανική Ένωση Ενοικιαστών. Η έρευνά της επικεντρώνεται στην πολιτική της ιδιοκτησίας και εξετάζει τις σχέσεις ενοικίου ως κεντρική διάσταση της σύγχρονης ταξικής διαμόρφωσης.

Η Ματίνα Καψάλη είναι ακαδημαϊκός-ακτιβίστρια και φεμινίστρια αστική γεωγράφος, η οποία ασχολείται με ζητήματα κοινωνικής αναπαραγωγής, πολιτικών κινημάτων, στέγασης και δημιουργικών ερευνητικών μεθοδολογιών. Σήμερα είναι ερευνητική υπότροφος του Ιδρύματος Αστικών Σπουδών (Urban Studies Foundation) με έδρα το Τμήμα Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ.

Ο Λάζαρος Καραλιώτας είναι ανώτερος λέκτορας Αστικής Γεωγραφίας στη Σχολή Γεωγραφικών και Γεωεπιστημών του Πανεπιστημίου της Γλασκώβης. Η έρευνά του επικεντρώνεται στις αστικές υποδομές, τις αλληλεγγύες προς τους μετανάστες και τα αστικά απελευθερωτικά κινήματα.

Η Μαριανέλλα Κλώκα εργάζεται ως υπεύθυνη διεκδίκησης δικαιωμάτων στην PRAKSIS από το 2013. Είναι Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Ελληνικού Δικτύου κατά της Φτώχειας, το οποίο αποτελείται από οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και εμπειρογνώμονες. Είναι μέλος του διεθνούς πρακτορείου ειδήσεων pressenza.