Ο Λούνες Ματούμπ γεννήθηκε στις 24 Ιανουαρίου 1956 στο χωριό Ταουρίρτ Μουσσά, της Καβυλίας, είναι μουσικός, τραγουδιστής και τραγουδοποιός και ποιητής. Υπέρμαχος του αγώνα για την ταυτότητα των ιθαγενών Αμαζίγκ, συνέβαλε στη διεκδίκηση και τη διάδοση του πολιτισμού τους και στον αγώνα για δημοκρατία και κοσμικότητα στην Αλγερία. Αναγνωρίζεται ως μια μεγάλη φιγούρα των τραγουδιών της Καβυλίας, σε όλη την επικράτεια των Αμαζίγκ.

Μέσα από τη μουσική του εκπροσώπησε τα δικαιώματα των Βερβέρων, υπερασπίστηκε τη γλώσσα των Αμαζίγκ, βρέθηκε σε συνεχή αντιπαράθεση με την κυβέρνηση της Αλγερίας, ενάντια στην ισλαμική και πολιτιστική επιρροή της Μέσης Ανατολής. Τα τραγούδια του πολιτικοποιούν και καλύπτουν μια μεγάλη ποικιλία θεμάτων, όπως: η υπόθεση των Βερβέρων, η δημοκρατία, η ελευθερία, η θρησκεία, η αγάπη, η εξορία, η μνήμη, η ιστορία, η ειρήνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το ύφος του ήταν άμεσο και συγκρουσιακό.

Κατά τη διάρκεια των ταραχών του Οκτωβρίου 1988, ο Ματούμπ δέχθηκε θανάσιμο πυροβολισμό από χωροφύλακα (ειδική μονάδα του αλγερινού στρατού). Νοσηλεύτηκε για δύο χρόνια. Το 1989 με το άλμπουμ του “L’Ironie du destin” περιγράφει τη μακρά ανάρρωσή του. Και στις 25 Σεπτεμβρίου 1994, απήχθη από τους ισλαμιστές και καταδικάστηκε σε θάνατο. Αφέθηκε ελεύθερος μετά από μια μεγάλη δημόσια διαδήλωση στην Καβυλία κατά τη διάρκεια της οποίας οι κάτοικοι απείλησαν με «πόλεμο» τους ισλαμιστές.

Αφού δημοσιεύθηκε το 1994, η αυτοβιογραφία του με τίτλο Rebelle (Παρίσι, εκδόσεις Stock, 1995), στις 6 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, ο Ματούμπ έλαβε το βραβείο Prix Mémoire des mains από την Danielle Mitterrand, Πρόεδρο του France Libertés Foundation στο Παρίσι, και στις 22 Μαρτίου 1995 , η καναδική δημοσιογραφική οργάνωση SCIJ του απένειμε Βραβείο για την Ελευθερία της Έκφρασης. Στις 19 Δεκεμβρίου 1995, έλαβε το Βραβείο Tahar Djaout από το Ίδρυμα Nourredine Abba στην έδρα της UNESCO στο Παρίσι. Το βραβείο πήρε το όνομά του από έναν Αλγερινό συγγραφέα που δολοφονήθηκε από Ισλαμιστές το 1993.

Τα άσχημα νέα για τη δολοφονία του εξαπλώθηκαν σαν επιδημία σε όλη την Καβυλία στις 25 Ιουνίου 1998. Εικάζεται ότι δολοφονήθηκε από ένοπλους άνδρες. Χιλιάδες θυμωμένοι πενθούντες συγκεντρώθηκαν γύρω από το νοσοκομείο όπου μεταφέρθηκε το σώμα του. Το πλήθος φώναζε «Pouvoir Assassin» («Εξουσιαστές δολοφόνοι»). Μια εβδομάδα βίαιων ταραχών ακολούθησε το θάνατό του.

Είκοσι τρία χρόνια αργότερα, η δολοφονία του που παραμένει ένα μυστήριο, για το οποίο μόνο το καθεστώς της Αλγερίας γνωρίζει την αλήθεια. Παρόλα αυτά, η πολιτική και ποιητική κληρονομιά του διατηρεί και μεταφέρει όλη του την ανατρεπτική δύναμη, από γενιά σε γενιά, και την ελπίδα μιας ειρηνικής συνύπαρξης για όλους τους ανθρώπους της Καβυλίας, που εξακολουθούν να πρέπει να υπερασπιστούν την ταυτότητά τους, τον πολιτισμό τους και την ελευθερία τους.